<head>

<script>
  (function(i,s,o,g,r,a,m){i['GoogleAnalyticsObject']=r;i[r]=i[r]||function(){
  (i[r].q=i[r].q||[]).push(arguments)},i[r].l=1*new Date();a=s.createElement(o),
  m=s.getElementsByTagName(o)[0];a.async=1;a.src=g;m.parentNode.insertBefore(a,m)
  })(window,document,'script','//www.google-analytics.com/analytics.js','ga');


  ga('create', 'UA-51363856-1', 'gaiapedia.gr');
  ga('send', 'pageview');


</script>

</head>

<style type='text/css'>#ca-viewsource { display: none !important; }</style><?xml version="1.0"?>
<?xml-stylesheet type="text/css" href="http://www.gaiapedia.gr/gaiapedia/skins/common/feed.css?303"?>
<feed xmlns="http://www.w3.org/2005/Atom" xml:lang="el">
		<id>http://www.gaiapedia.gr/gaiapedia/index.php?action=history&amp;feed=atom&amp;title=%CE%95%CF%85%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B1_%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%85</id>
		<title>Ευδεμίδα αμπέλου - Ιστορικό εκδόσεων</title>
		<link rel="self" type="application/atom+xml" href="http://www.gaiapedia.gr/gaiapedia/index.php?action=history&amp;feed=atom&amp;title=%CE%95%CF%85%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B1_%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%85"/>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.gaiapedia.gr/gaiapedia/index.php?title=%CE%95%CF%85%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B1_%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%85&amp;action=history"/>
		<updated>2026-04-18T18:16:06Z</updated>
		<subtitle>Ιστορικό αναθεωρήσεων για αυτή τη σελίδα στο wiki</subtitle>
		<generator>MediaWiki 1.22.6</generator>


Warning: require(): Unable to allocate memory for pool. in /var/www/html/gaiapedia/includes/AutoLoader.php on line 1191
	<entry>
		<id>http://www.gaiapedia.gr/gaiapedia/index.php?title=%CE%95%CF%85%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B1_%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%85&amp;diff=50500&amp;oldid=prev</id>
		<title>Th zografos στις 07:48, 3 Ιουνίου 2016</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.gaiapedia.gr/gaiapedia/index.php?title=%CE%95%CF%85%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B1_%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%85&amp;diff=50500&amp;oldid=prev"/>
				<updated>2016-06-03T07:48:09Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;&lt;/p&gt;
&lt;table class='diff diff-contentalign-left'&gt;
				&lt;col class='diff-marker' /&gt;
				&lt;col class='diff-content' /&gt;
				&lt;col class='diff-marker' /&gt;
				&lt;col class='diff-content' /&gt;
				&lt;tr style='vertical-align: top;'&gt;
				&lt;td colspan='2' style=&quot;background-color: white; color:black; text-align: center;&quot;&gt;&amp;larr;Παλαιότερη αναθεώρηση&lt;/td&gt;
				&lt;td colspan='2' style=&quot;background-color: white; color:black; text-align: center;&quot;&gt;Αναθεώρηση της 07:48, 3 Ιουνίου 2016&lt;/td&gt;
				&lt;/tr&gt;&lt;tr&gt;&lt;td colspan=&quot;2&quot; class=&quot;diff-lineno&quot;&gt;Γραμμή 44:&lt;/td&gt;
&lt;td colspan=&quot;2&quot; class=&quot;diff-lineno&quot;&gt;Γραμμή 44:&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;#Στην αλλαγή χρώματος των ραγών.&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;#Στην αλλαγή χρώματος των ραγών.&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;−&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;color:black; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #ffe49c; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;&lt;del class=&quot;diffchange diffchange-inline&quot;&gt;Οι [[μύκητες|μύκητας]] Botrytis cinerea, που προκαλεί τη φαιά σήψη, είναι συχνό επακόλουθο της προσβολής των βοτρύων από την ευδεμίδα, ιδίως το φθινόπωρο. Δηλαδή, τα τραύματα και οι στοές που δημιουργεί στις ράγες η προνύμφη του [[έντομα|εντόμου]] διευκολύνουν την είσοδο και επέκταση του μύκητα. Επί πλέον, ράγες προσβεβλημένες από τον μύκητα είναι καταλληλότερες ως τροφή των προνυμφών του εντόμου (Savopoulou-Soultani and Tzanakakis 1988), συνεπώς και το έντομο ευνοείται από τον μύκητα. Τα τραύματα σε ράγες από την ευδεμίδα ευνοούν την είσοδο και του μύκητα Botryosphaeria dothidea, γνωστού ως μακρόφωμα και των παθογόνων που προκαλούν την όξινη σήψη (Ρούμπος 1987). Ευνοούν όμως τα τραύματα αυτά και προσβολή από άλλα έντομα, όπως είδη Drosophila. Καταπολέμηση. Γίνεται συνήθως με συνθετικά εντομοκτόνα και λιγότερο συχνά με μικροβιακά. Δοκιμάστηκε επίσης και στη χώρα μας, με ενθαρρυντικά αποτελέσματα, η μέθοδος παρεμπόδισης σύζευξης, αλλά δεν χρησιμοποιείται ακόμα από τους αμπελουργούς. Τα μικροβιακά εντομοκτόνα (σκευάσματα του Bacillus thuringiensis) είναι εκλεκτικά. Δεν βλάπτουν τα εντομοφάγα έντομα και ακαρεοφάγα ακάρεα, ούτε είναι επικίνδυνα για τον άνθρωπο. Όμως, η αποτελεσματικότητά τους κατά των καρποφάγων προνυμφών της ευδεμίδας δεν είναι τόση ώστε να είναι κατάλληλα για προστασία επιτραπέζιων ποικιλιών. Συνεπώς είναι κατάλληλα μόνο για οινοποιήσιμες ποικιλίες. Πρέπει να εφαρμόζονται λίγο πριν από την εκκόλαψη και κατά προτίμηση με σχετικά ζεστό καιρό (Μπρούμας 1996). Από τα εντομοκτόνα που εμποδίζουν την κανονική ανάπτυξη και εξέλιξη των εντόμων, το fenoxycarb έχει και ωοκτόνο δράση κατά της ευδεμίδας, αν εφαρμοστεί λίγο πριν από την ωοτοκία, ή ως 2 ημέρες μετά την ωοτοκία. Για τον λόγο αυτόν χρησιμοποείται σε πολλές περιοχές κατά της ευδεμίδας μόνο του, ή μαζί με μικροβιακό εντομοκτόνο. Ορισμένες άλλες ουσίες-παρεμποδιστές της ανάπτυξης των εντόμων είχαν ικανοποιητική αποτελεσματικότητα σε πειράματα, αλλά δεν έχουν ακόμα άδεια χρησιμοποίησής τους σε αμπελώνες (Μπρούμας 1996). Τα οργανοφωσφορούχα εντομοκτόνα είναι αποτελεσματικά εναντίον ενηλίκων εντόμων και νεαρών προνυμφών, ορισμένα δε και αφού οι προνύμφες μπουν σε μικρό βάθος στις ράγες. Κατά κανόνα, πρέπει να εφαρμόζονται ανάμεσα στις πρώτες και στις τελευταίες εκκολάψεις κάθε καρποφάγου γενεάς, ο δε ακριβής χρόνος ψεκασμού εξαρτάται από τις ιδιότητες του εντομοκτόνου και ορισμένους άλλους παράγοντες (Αγγελάκης 1996). Ανάμεσα στα οργανοφωσφορούχα που έδωσαν καλά αποτελέσματα είναι τα azinphos-methyl, chlorpyrifos, chlorpyrifos-methyl, diazinon, etrimfos, fenitrothion, methidathion, methyl parathion, mevinphos, parathion, phosalone, pyridafenthion, ronnel, tetrachlorvinphos και trichlorfon. Από τα καρβαμιδικά το fenoxycarb (που έχει ορμονική δράση) και το methomyl έχουν και αξιόλογη ωοκτόνο δράση κατά της ευδεμίδας υπό ορισμένες συνθήκες. Το carbaryl, όπως και η ομάδα των σταθερών συνθετικών πυρεθροειδών, είναι μεν αποτελεσματικά κατά της ευδεμίδας και λιγότερο επικίνδυνα για τον άνθρωπο, αλλά περιορίζουν πολύ τα ακαρεοφάγα αρθρόποδα, με συνέπεια να ευνοούν πυκνούς πληθυσμούς και ζημιές από φυτοφάγα ακάρεα. Από τα χλωριωμένα εντομοκτόνα χρησιμοποιήθηκαν το endosulfan μόνο του, ή μαζί με θερινό ορυκτέλαιο (oleoendosulfan). Συνήθως δεν χρειάζεται επέμβαση εναντίον των αυγών ή προνυμφών της 1ης (ανθοφάγου) γενεάς, παρά μόνο σε ορισμένες περιοχές όπως της Καβάλας, όπου ο πληθυσμός είναι πολύ πυκνός. Εκεί συνιστάται ένας ψεκασμός με Bacillus thuringiensis (B. t.) όταν ο πληθυσμός φτάσει την πυκνότητα επέμβασης (Μπούμας 1989). Εναντίον αυγών και προνυμφών της 2ης και 3ης (ή και 4ης) γενεάς, δηλαδή αυτών που τρώνε τους καρπούς, γίνονται συνήθως 1-3 ψεκασμοί. Στη χώρα μας, σε πειράματα, επιτεύχθηκε ικανοποιητική προστασία ορισμένων οινοποιήσιμων και επιτραπέζιων ποικιλιών, όταν ο χρόνος επέμβασης ορίστηκε με βάση μόνο τις συλλήψεις αρσενικών σε παγίδες (Μπρούμας και συνεργάτες 1994, 1995, Σαββοπούλου-Σουλτάνη και συνεργάτες 1994). Αντίθετα, στις πλείστες χώρες της Ευρώπης, ο αριθμός των συλλαμβανόμενων σε παγίδες αρσενικών δεν έχει στενή συσχέτιση με το μέγεθος της βλάβης στις ράγες και συνεπώς δεν αποτελεί το κύριο κριτήριο για καθορισμό του χρόνου των εντομοκτόνων επεμβάσεων. Το ίδιο συμπεραίνει και ο Αγγελάκης (1996). Είναι όμως οι συλλήψεις αρσενικών χρήσιμος δείκτης του πότε πρέπει να αρχίσει στους βότρυς η καταμέτρηση αυγών και εκκολάψεων της 2ης και 3ης (ή και 4ης) γενεάς του εντόμου, βάσει του αριθμού των οποίων ορίζονται οι ημερομηνίες ψεκασμού. Για το πότε πρέπει να γίνονται οι εντομοκτόνες επεμβάσεις, τα εντομοκτόνα που χρησιμοποιούνται και λεπτομέρειες στην καταπολέμηση της ευδεμίδας βλέπε Αγγελάκης (1996) και Μπρούμας (1996). Οι υπηρεσίες γεωργικών προειδοποιήσεων παρακολουθούν και την πορεία του ενήλικου πληθυσμού και την ωοτοκία και εκκόλαψη, ώστε να ενημερώνουν έγκαιρα τους αμπελουργούς. Στην κεντρική και νότια Ιταλία, η πυκνότητες επέμβασης είναι για τη 2η γενεά 3-5 % των βοτρύων με αυγά ή προνύμφες. Για την 3η γενεά είναι 3-5% των βοτρύων με αυγά ή προνύμφες. Για την 3η γενεά είναι 3-5 % για οινοποιήσιμες και 2-3 % για επιτραπέζιες ποικιλίες (Moleas1981, Tranfaglia et al. 1981). Κατά τον Μπρούμα (1996), αν χρησιμοποιηθεί fenoxycarb, ο ψεκασμός πρέπει να γίνει 3-5 ημέρες μετά την έναρξη συλλήψεων ενηλίκων σε φερομονικές παγίδες. Αν χρειαστεί, δηλαδή αν συνεχίζεται η ωοτοκία, ο ψεκασμός εναντίων της 2ης γενεάς επαναλαμβάνεται μετά 10-15 ημέρες. Αν χρησιμοποιηθεί B.t. ή συνθετικό εντομοκτόνο επαφής που δεν έχει ωοκτόνο δράση, ο πρώτος ψεκασμός γίνεται αργότερα, 10-12 ημέρες μετά την έναρξη αύξησης των συλλήψεων στις παγίδες, δηλαδή γίνεται κατά την περίοδο εκκόλαψης των προνυμφών. Συνήθως χρειάζεται επανάληψη του ψεκασμού 2-3 εβδομάδες αργότερα, ανάλογα με την υπολειμματική διάρκεια του εντομοκτόνου και τη συνεχιζόμενη ωοτοκία. Αν χρησιμοποιηθεί B.t. μαζί με fenoxycarb λίγο πριν από τις πρώτες εκκολάψεις, συνήθως αρκεί ένας ψεκασμός. Σε περιοχές, συνθήκες και ποικιλίες όπου ευνοείται η φαιά σήψη που προκαλεί ο B. cinerea, το όριο ανεκτής πυκνότητας προσβολής των βοτρύων είναι μικρότερο, συνεπώς μικρότερη και η πυκνότητα επέμβασης. Από το μέγεθος δηλαδή του κινδύνου ζημιάς από φαιά σήψη, εξαρτάται σε ορισμένες περιοχές αν θα γίνουν ένας ή δυο ψεκασμοί εναντίον κάθε καρποφάγου γενεάς της ευδεμίδας. Κατά τους Egger και Borgo (1981), ο απλούστερος και οικονομικότερος τρόπος καθορισμού του χρόνου επέμβασης, για την Ιταλία, είναι να αρχίσουν οι δειγματοληψίες βοτρύων (για διαπίστωση προσβολής) από ορισμένα φαινολογικά στάδια της αμπέλου και όχι βάσει συλλήψεων του εντόμου σε φερομονικές παγίδες. Όταν δε παρακολουθείται ο πληθυσμός του εντόμου, ο 1ος ψεκασμός (αν χρειαστεί) γίνεται όταν τα άνθη είναι ακόμα κλειστά (λίγες ημέρες πριν ανοίξουν), ο 2ος όταν οι ράγες έχουν μέγεθος μπιζελιού και ο 3ος όταν αρχίσει η ωρίμαση, δηλαδή όταν οι ράγες αλλάζουν χρώμα. Κατά άλλη άποψη, ο 2ος ψεκασμός γίνεται κατά το γυάλισμα (περκασμό) των ραγών. Η παρεμπόδιση της σύζευξης, με τοποθέτηση εξατμιστήρων ελκυστικής φερομόνης φύλου, έδωσε ενθαρρυντικά αποτελέσματα με λογικό κόστος σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, όταν η πυκνότητα πληθυσμού του εντόμου δεν ήταν μεγάλη. Τα αποτελέσματα ήταν ενθαρρυντικά και σε τέσσερις περιοχές της χώρας μας (Παλούκης και συνεργάτες 1994, Τσιτσιπής και συνεργάτες 1995, Μπρούμας 1996). Ιδιαίτερα στις περιοχές Ελασσόνας και Αταλάντης όπου η μέθοδος εφαρμόστηκε σε οινοποιήσιμες ποικιλίες για 5 έτη, η παραγωγή προστατεύτηκε εξ ίσου καλά όσο σε αμπελώνες που δέχτηκαν τους συνηθισμένους ψεκασμούς με εντομοκτόνα (Ι. Τσιτσιπής και συνεργάτες, αδημοσίευτα στοιχεία). &amp;lt;ref name=&amp;quot; Ευδεμίδα της αμπέλου&amp;quot;/&amp;gt;&lt;/del&gt;&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;+&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;color:black; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #a3d3ff; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;&lt;ins class=&quot;diffchange diffchange-inline&quot;&gt;Οι [[μύκητες|μύκητας]] Botrytis cinerea, που προκαλεί τη φαιά σήψη, είναι συχνό επακόλουθο της προσβολής των βοτρύων από την ευδεμίδα, ιδίως το φθινόπωρο. Δηλαδή, τα τραύματα και οι στοές που δημιουργεί στις ράγες η προνύμφη του [[έντομα|εντόμου]] διευκολύνουν την είσοδο και επέκταση του μύκητα. Επί πλέον, ράγες προσβεβλημένες από τον μύκητα είναι καταλληλότερες ως τροφή των προνυμφών του εντόμου (Savopoulou-Soultani and Tzanakakis 1988), συνεπώς και το έντομο ευνοείται από τον μύκητα. Τα τραύματα σε ράγες από την ευδεμίδα ευνοούν την είσοδο και του μύκητα Botryosphaeria dothidea, γνωστού ως μακρόφωμα και των παθογόνων που προκαλούν την όξινη σήψη (Ρούμπος 1987). Ευνοούν όμως τα τραύματα αυτά και προσβολή από άλλα έντομα, όπως είδη Drosophila. Καταπολέμηση. Γίνεται συνήθως με συνθετικά εντομοκτόνα και λιγότερο συχνά με μικροβιακά. Δοκιμάστηκε επίσης και στη χώρα μας, με ενθαρρυντικά αποτελέσματα, η μέθοδος παρεμπόδισης σύζευξης, αλλά δεν χρησιμοποιείται ακόμα από τους αμπελουργούς. Τα μικροβιακά εντομοκτόνα (σκευάσματα του Bacillus thuringiensis) είναι εκλεκτικά. Δεν βλάπτουν τα εντομοφάγα έντομα και ακαρεοφάγα ακάρεα, ούτε είναι επικίνδυνα για τον άνθρωπο. Όμως, η αποτελεσματικότητά τους κατά των καρποφάγων προνυμφών της ευδεμίδας δεν είναι τόση ώστε να είναι κατάλληλα για προστασία επιτραπέζιων ποικιλιών. Συνεπώς είναι κατάλληλα μόνο για οινοποιήσιμες ποικιλίες. Πρέπει να εφαρμόζονται λίγο πριν από την εκκόλαψη και κατά προτίμηση με σχετικά ζεστό καιρό (Μπρούμας 1996). Από τα εντομοκτόνα που εμποδίζουν την κανονική ανάπτυξη και εξέλιξη των εντόμων, το fenoxycarb έχει και ωοκτόνο δράση κατά της ευδεμίδας, αν εφαρμοστεί λίγο πριν από την ωοτοκία, ή ως 2 ημέρες μετά την ωοτοκία. Για τον λόγο αυτόν χρησιμοποείται σε πολλές περιοχές κατά της ευδεμίδας μόνο του, ή μαζί με μικροβιακό εντομοκτόνο. Ορισμένες άλλες ουσίες-παρεμποδιστές της ανάπτυξης των εντόμων είχαν ικανοποιητική αποτελεσματικότητα σε πειράματα, αλλά δεν έχουν ακόμα άδεια χρησιμοποίησής τους σε αμπελώνες (Μπρούμας 1996). Τα οργανοφωσφορούχα εντομοκτόνα είναι αποτελεσματικά εναντίον ενηλίκων εντόμων και νεαρών προνυμφών, ορισμένα δε και αφού οι προνύμφες μπουν σε μικρό βάθος στις ράγες. Κατά κανόνα, πρέπει να εφαρμόζονται ανάμεσα στις πρώτες και στις τελευταίες εκκολάψεις κάθε καρποφάγου γενεάς, ο δε ακριβής χρόνος ψεκασμού εξαρτάται από τις ιδιότητες του εντομοκτόνου και ορισμένους άλλους παράγοντες (Αγγελάκης 1996). Ανάμεσα στα οργανοφωσφορούχα που έδωσαν καλά αποτελέσματα είναι τα azinphos-methyl, chlorpyrifos, chlorpyrifos-methyl, diazinon, etrimfos, fenitrothion, methidathion, methyl parathion, mevinphos, parathion, phosalone, pyridafenthion, ronnel, tetrachlorvinphos και trichlorfon. Από τα καρβαμιδικά το fenoxycarb (που έχει ορμονική δράση) και το methomyl έχουν και αξιόλογη ωοκτόνο δράση κατά της ευδεμίδας υπό ορισμένες συνθήκες. Το carbaryl, όπως και η ομάδα των σταθερών συνθετικών πυρεθροειδών, είναι μεν αποτελεσματικά κατά της ευδεμίδας και λιγότερο επικίνδυνα για τον άνθρωπο, αλλά περιορίζουν πολύ τα ακαρεοφάγα αρθρόποδα, με συνέπεια να ευνοούν πυκνούς πληθυσμούς και ζημιές από φυτοφάγα ακάρεα. Από τα χλωριωμένα εντομοκτόνα χρησιμοποιήθηκαν το endosulfan μόνο του, ή μαζί με θερινό ορυκτέλαιο (oleoendosulfan). Συνήθως δεν χρειάζεται επέμβαση εναντίον των αυγών ή προνυμφών της 1ης (ανθοφάγου) γενεάς, παρά μόνο σε ορισμένες περιοχές όπως της Καβάλας, όπου ο πληθυσμός είναι πολύ πυκνός. Εκεί συνιστάται ένας ψεκασμός με Bacillus thuringiensis (B. t.) όταν ο πληθυσμός φτάσει την πυκνότητα επέμβασης (Μπούμας 1989). Εναντίον αυγών και προνυμφών της 2ης και 3ης (ή και 4ης) γενεάς, δηλαδή αυτών που τρώνε τους καρπούς, γίνονται συνήθως 1-3 ψεκασμοί. &lt;/ins&gt;&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td colspan=&quot;2&quot;&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;+&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;color:black; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #a3d3ff; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;&amp;#160;&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td colspan=&quot;2&quot;&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;+&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;color:black; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #a3d3ff; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;&lt;ins class=&quot;diffchange diffchange-inline&quot;&gt;Στη χώρα μας, σε πειράματα, επιτεύχθηκε ικανοποιητική προστασία ορισμένων οινοποιήσιμων και επιτραπέζιων ποικιλιών, όταν ο χρόνος επέμβασης ορίστηκε με βάση μόνο τις συλλήψεις αρσενικών σε παγίδες (Μπρούμας και συνεργάτες 1994, 1995, Σαββοπούλου-Σουλτάνη και συνεργάτες 1994). Αντίθετα, στις πλείστες χώρες της Ευρώπης, ο αριθμός των συλλαμβανόμενων σε παγίδες αρσενικών δεν έχει στενή συσχέτιση με το μέγεθος της βλάβης στις ράγες και συνεπώς δεν αποτελεί το κύριο κριτήριο για καθορισμό του χρόνου των εντομοκτόνων επεμβάσεων. Το ίδιο συμπεραίνει και ο Αγγελάκης (1996). Είναι όμως οι συλλήψεις αρσενικών χρήσιμος δείκτης του πότε πρέπει να αρχίσει στους βότρυς η καταμέτρηση αυγών και εκκολάψεων της 2ης και 3ης (ή και 4ης) γενεάς του εντόμου, βάσει του αριθμού των οποίων ορίζονται οι ημερομηνίες ψεκασμού. Για το πότε πρέπει να γίνονται οι εντομοκτόνες επεμβάσεις, τα εντομοκτόνα που χρησιμοποιούνται και λεπτομέρειες στην καταπολέμηση της ευδεμίδας βλέπε Αγγελάκης (1996) και Μπρούμας (1996). Οι υπηρεσίες γεωργικών προειδοποιήσεων παρακολουθούν και την πορεία του ενήλικου πληθυσμού και την ωοτοκία και εκκόλαψη, ώστε να ενημερώνουν έγκαιρα τους αμπελουργούς. Στην κεντρική και νότια Ιταλία, η πυκνότητες επέμβασης είναι για τη 2η γενεά 3-5 % των βοτρύων με αυγά ή προνύμφες. Για την 3η γενεά είναι 3-5% των βοτρύων με αυγά ή προνύμφες. Για την 3η γενεά είναι 3-5 % για οινοποιήσιμες και 2-3 % για επιτραπέζιες ποικιλίες (Moleas1981, Tranfaglia et al. 1981). Κατά τον Μπρούμα (1996), αν χρησιμοποιηθεί fenoxycarb, ο ψεκασμός πρέπει να γίνει 3-5 ημέρες μετά την έναρξη συλλήψεων ενηλίκων σε φερομονικές παγίδες. Αν χρειαστεί, δηλαδή αν συνεχίζεται η ωοτοκία, ο ψεκασμός εναντίων της 2ης γενεάς επαναλαμβάνεται μετά 10-15 ημέρες. Αν χρησιμοποιηθεί B.t. ή συνθετικό εντομοκτόνο επαφής που δεν έχει ωοκτόνο δράση, ο πρώτος ψεκασμός γίνεται αργότερα, 10-12 ημέρες μετά την έναρξη αύξησης των συλλήψεων στις παγίδες, δηλαδή γίνεται κατά την περίοδο εκκόλαψης των προνυμφών. Συνήθως χρειάζεται επανάληψη του ψεκασμού 2-3 εβδομάδες αργότερα, ανάλογα με την υπολειμματική διάρκεια του εντομοκτόνου και τη συνεχιζόμενη ωοτοκία. Αν χρησιμοποιηθεί B.t. μαζί με fenoxycarb λίγο πριν από τις πρώτες εκκολάψεις, συνήθως αρκεί ένας ψεκασμός. Σε περιοχές, συνθήκες και ποικιλίες όπου ευνοείται η φαιά σήψη που προκαλεί ο B. cinerea, το όριο ανεκτής πυκνότητας προσβολής των βοτρύων είναι μικρότερο, συνεπώς μικρότερη και η πυκνότητα επέμβασης. Από το μέγεθος δηλαδή του κινδύνου ζημιάς από φαιά σήψη, εξαρτάται σε ορισμένες περιοχές αν θα γίνουν ένας ή δυο ψεκασμοί εναντίον κάθε καρποφάγου γενεάς της ευδεμίδας. Κατά τους Egger και Borgo (1981), ο απλούστερος και οικονομικότερος τρόπος καθορισμού του χρόνου επέμβασης, για την Ιταλία, είναι να αρχίσουν οι δειγματοληψίες βοτρύων (για διαπίστωση προσβολής) από ορισμένα φαινολογικά στάδια της αμπέλου και όχι βάσει συλλήψεων του εντόμου σε φερομονικές παγίδες. Όταν δε παρακολουθείται ο πληθυσμός του εντόμου, ο 1ος ψεκασμός (αν χρειαστεί) γίνεται όταν τα άνθη είναι ακόμα κλειστά (λίγες ημέρες πριν ανοίξουν), ο 2ος όταν οι ράγες έχουν μέγεθος μπιζελιού και ο 3ος όταν αρχίσει η ωρίμαση, δηλαδή όταν οι ράγες αλλάζουν χρώμα. Κατά άλλη άποψη, ο 2ος ψεκασμός γίνεται κατά το γυάλισμα (περκασμό) των ραγών. Η παρεμπόδιση της σύζευξης, με τοποθέτηση εξατμιστήρων ελκυστικής φερομόνης φύλου, έδωσε ενθαρρυντικά αποτελέσματα με λογικό κόστος σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, όταν η πυκνότητα πληθυσμού του εντόμου δεν ήταν μεγάλη. Τα αποτελέσματα ήταν ενθαρρυντικά και σε τέσσερις περιοχές της χώρας μας (Παλούκης και συνεργάτες 1994, Τσιτσιπής και συνεργάτες 1995, Μπρούμας 1996). Ιδιαίτερα στις περιοχές Ελασσόνας και Αταλάντης όπου η μέθοδος εφαρμόστηκε σε οινοποιήσιμες ποικιλίες για 5 έτη, η παραγωγή προστατεύτηκε εξ ίσου καλά όσο σε αμπελώνες που δέχτηκαν τους συνηθισμένους ψεκασμούς με εντομοκτόνα (Ι. Τσιτσιπής και συνεργάτες, αδημοσίευτα στοιχεία). &amp;lt;ref name=&amp;quot; Ευδεμίδα της αμπέλου&amp;quot;/&amp;gt;&lt;/ins&gt;&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;[[είναι εχθρός της::Αμπέλι| ]]&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;[[είναι εχθρός της::Αμπέλι| ]]&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;/table&gt;</summary>
		<author><name>Th zografos</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://www.gaiapedia.gr/gaiapedia/index.php?title=%CE%95%CF%85%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B1_%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%85&amp;diff=50499&amp;oldid=prev</id>
		<title>Th zografos στις 07:47, 3 Ιουνίου 2016</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.gaiapedia.gr/gaiapedia/index.php?title=%CE%95%CF%85%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B1_%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%85&amp;diff=50499&amp;oldid=prev"/>
				<updated>2016-06-03T07:47:20Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;&lt;/p&gt;
&lt;table class='diff diff-contentalign-left'&gt;
				&lt;col class='diff-marker' /&gt;
				&lt;col class='diff-content' /&gt;
				&lt;col class='diff-marker' /&gt;
				&lt;col class='diff-content' /&gt;
				&lt;tr style='vertical-align: top;'&gt;
				&lt;td colspan='2' style=&quot;background-color: white; color:black; text-align: center;&quot;&gt;&amp;larr;Παλαιότερη αναθεώρηση&lt;/td&gt;
				&lt;td colspan='2' style=&quot;background-color: white; color:black; text-align: center;&quot;&gt;Αναθεώρηση της 07:47, 3 Ιουνίου 2016&lt;/td&gt;
				&lt;/tr&gt;&lt;tr&gt;&lt;td colspan=&quot;2&quot; class=&quot;diff-lineno&quot;&gt;Γραμμή 44:&lt;/td&gt;
&lt;td colspan=&quot;2&quot; class=&quot;diff-lineno&quot;&gt;Γραμμή 44:&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;#Στην αλλαγή χρώματος των ραγών.&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;#Στην αλλαγή χρώματος των ραγών.&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;−&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;color:black; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #ffe49c; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;&lt;del class=&quot;diffchange diffchange-inline&quot;&gt;Οι [[μύκητες|μύκητας]] Botrytis cinerea, που προκαλεί τη φαιά σήψη, είναι συχνό επακόλουθο της προσβολής των βοτρύων από την ευδεμίδα, ιδίως το φθινόπωρο. Δηλαδή, τα τραύματα και οι στοές που δημιουργεί στις ράγες η προνύμφη του [[έντομα|εντόμου]] διευκολύνουν την είσοδο και επέκταση του μύκητα. Επί πλέον, ράγες προσβεβλημένες από τον μύκητα είναι καταλληλότερες ως τροφή των προνυμφών του εντόμου (Savopoulou-Soultani and Tzanakakis 1988), συνεπώς και το έντομο ευνοείται από τον μύκητα. Τα τραύματα σε ράγες από την ευδεμίδα ευνοούν την είσοδο και του μύκητα Botryosphaeria dothidea, γνωστού ως μακρόφωμα και των παθογόνων που προκαλούν την όξινη σήψη (Ρούμπος 1987). Ευνοούν όμως τα τραύματα αυτά και προσβολή από άλλα έντομα, όπως είδη Drosophila. Καταπολέμηση. Γίνεται συνήθως με συνθετικά εντομοκτόνα και λιγότερο συχνά με μικροβιακά. Δοκιμάστηκε επίσης και στη χώρα μας, με ενθαρρυντικά αποτελέσματα, η μέθοδος παρεμπόδισης σύζευξης, αλλά δεν χρησιμοποιείται ακόμα από τους αμπελουργούς. Τα μικροβιακά εντομοκτόνα (σκευάσματα του Bacillus thuringiensis) είναι εκλεκτικά. Δεν βλάπτουν τα εντομοφάγα έντομα και ακαρεοφάγα ακάρεα, ούτε είναι επικίνδυνα για τον άνθρωπο. Όμως, η αποτελεσματικότητά τους κατά των καρποφάγων προνυμφών της ευδεμίδας δεν είναι τόση ώστε να είναι κατάλληλα για προστασία επιτραπέζιων ποικιλιών. Συνεπώς είναι κατάλληλα μόνο για οινοποιήσιμες ποικιλίες. Πρέπει να εφαρμόζονται λίγο πριν από την εκκόλαψη και κατά προτίμηση με σχετικά ζεστό καιρό (Μπρούμας 1996). Από τα εντομοκτόνα που εμποδίζουν την κανονική ανάπτυξη και εξέλιξη των εντόμων, το fenoxycarb έχει και ωοκτόνο δράση κατά της ευδεμίδας, αν εφαρμοστεί λίγο πριν από την ωοτοκία, ή ως 2 ημέρες μετά την ωοτοκία. Για τον λόγο αυτόν χρησιμοποείται σε πολλές περιοχές κατά της ευδεμίδας μόνο του, ή μαζί με μικροβιακό εντομοκτόνο. Ορισμένες άλλες ουσίες-παρεμποδιστές της ανάπτυξης των εντόμων είχαν ικανοποιητική αποτελεσματικότητα σε πειράματα, αλλά δεν έχουν ακόμα άδεια χρησιμοποίησής τους σε αμπελώνες (Μπρούμας 1996). Τα οργανοφωσφορούχα εντομοκτόνα είναι αποτελεσματικά εναντίον ενηλίκων εντόμων και νεαρών προνυμφών, ορισμένα δε και αφού οι προνύμφες μπουν σε μικρό βάθος στις ράγες. Κατά κανόνα, πρέπει να εφαρμόζονται ανάμεσα στις πρώτες και στις τελευταίες εκκολάψεις κάθε καρποφάγου γενεάς, ο δε ακριβής χρόνος ψεκασμού εξαρτάται από τις ιδιότητες του εντομοκτόνου και ορισμένους άλλους παράγοντες (Αγγελάκης 1996). Ανάμεσα στα οργανοφωσφορούχα που έδωσαν καλά αποτελέσματα είναι τα azinphos-methyl, chlorpyrifos, chlorpyrifos-methyl, diazinon, etrimfos, fenitrothion, methidathion, methyl parathion, mevinphos, parathion, phosalone, pyridafenthion, ronnel, tetrachlorvinphos και trichlorfon. Από τα καρβαμιδικά το fenoxycarb (που έχει ορμονική δράση) και το methomyl έχουν και αξιόλογη ωοκτόνο δράση κατά της ευδεμίδας υπό ορισμένες συνθήκες. Το carbaryl, όπως και η ομάδα των σταθερών συνθετικών πυρεθροειδών, είναι μεν αποτελεσματικά κατά της ευδεμίδας και λιγότερο επικίνδυνα για τον άνθρωπο, αλλά περιορίζουν πολύ τα ακαρεοφάγα αρθρόποδα, με συνέπεια να ευνοούν πυκνούς πληθυσμούς και ζημιές από φυτοφάγα ακάρεα. Από τα χλωριωμένα εντομοκτόνα χρησιμοποιήθηκαν το endosulfan μόνο του, ή μαζί με θερινό ορυκτέλαιο (oleoendosulfan). Συνήθως δεν χρειάζεται επέμβαση εναντίον των αυγών ή προνυμφών της 1ης (ανθοφάγου) γενεάς, παρά μόνο σε ορισμένες περιοχές όπως της Καβάλας, όπου ο πληθυσμός είναι πολύ πυκνός. Εκεί συνιστάται ένας ψεκασμός με Bacillus thuringiensis (B. t.) όταν ο πληθυσμός φτάσει την πυκνότητα επέμβασης (Μπούμας 1989). Εναντίον αυγών και προνυμφών της 2ης και 3ης (ή και 4ης) γενεάς, δηλαδή αυτών που τρώνε τους καρπούς, γίνονται συνήθως 1-3 ψεκασμοί. Στη χώρα μας, σε πειράματα, επιτεύχθηκε ικανοποιητική προστασία ορισμένων οινοποιήσιμων και επιτραπέζιων ποικιλιών, όταν ο χρόνος επέμβασης ορίστηκε με βάση μόνο τις συλλήψεις αρσενικών σε παγίδες (Μπρούμας και συνεργάτες 1994, 1995, Σαββοπούλου-Σουλτάνη και συνεργάτες 1994). Αντίθετα, στις πλείστες χώρες της Ευρώπης, ο αριθμός των συλλαμβανόμενων σε παγίδες αρσενικών δεν έχει στενή συσχέτιση με το μέγεθος της βλάβης στις ράγες και συνεπώς δεν αποτελεί το κύριο κριτήριο για καθορισμό του χρόνου των εντομοκτόνων επεμβάσεων. Το ίδιο συμπεραίνει και ο Αγγελάκης (1996). Είναι όμως οι συλλήψεις αρσενικών χρήσιμος δείκτης του πότε πρέπει να αρχίσει στους βότρυς η καταμέτρηση αυγών και εκκολάψεων της 2ης και 3ης (ή και 4ης) γενεάς του εντόμου, βάσει του αριθμού των οποίων ορίζονται οι ημερομηνίες ψεκασμού. Για το πότε πρέπει να γίνονται οι εντομοκτόνες επεμβάσεις, τα εντομοκτόνα που χρησιμοποιούνται και λεπτομέρειες στην καταπολέμηση της ευδεμίδας βλέπε Αγγελάκης (1996) και Μπρούμας (1996). Οι υπηρεσίες γεωργικών προειδοποιήσεων παρακολουθούν και την πορεία του ενήλικου πληθυσμού και την ωοτοκία και εκκόλαψη, ώστε να ενημερώνουν έγκαιρα τους αμπελουργούς. Στην κεντρική και νότια Ιταλία, η πυκνότητες επέμβασης είναι για τη 2η γενεά 3-5 % των βοτρύων με αυγά ή προνύμφες. Για την 3η γενεά είναι 3-5% των βοτρύων με αυγά ή προνύμφες. Για την 3η γενεά είναι 3-5 % για οινοποιήσιμες και 2-3 % για επιτραπέζιες ποικιλίες (Moleas1981, Tranfaglia et al. 1981). Κατά τον Μπρούμα (1996), αν χρησιμοποιηθεί fenoxycarb, ο ψεκασμός πρέπει να γίνει 3-5 ημέρες μετά την έναρξη συλλήψεων ενηλίκων σε φερομονικές παγίδες. Αν χρειαστεί, δηλαδή αν συνεχίζεται η ωοτοκία, ο ψεκασμός εναντίων της 2ης γενεάς επαναλαμβάνεται μετά 10-15 ημέρες. Αν χρησιμοποιηθεί B.t. ή συνθετικό εντομοκτόνο επαφής που δεν έχει ωοκτόνο δράση, ο πρώτος ψεκασμός γίνεται αργότερα, 10-12 ημέρες μετά την έναρξη αύξησης των συλλήψεων στις παγίδες, δηλαδή γίνεται κατά την περίοδο εκκόλαψης των προνυμφών. Συνήθως χρειάζεται επανάληψη του ψεκασμού 2-3 εβδομάδες αργότερα, ανάλογα με την υπολειμματική διάρκεια του εντομοκτόνου και τη συνεχιζόμενη ωοτοκία. Αν χρησιμοποιηθεί B.t. μαζί με fenoxycarb λίγο πριν από τις πρώτες εκκολάψεις, συνήθως αρκεί ένας ψεκασμός. Σε περιοχές, συνθήκες και ποικιλίες όπου ευνοείται η φαιά σήψη που προκαλεί ο B. cinerea, το όριο ανεκτής πυκνότητας προσβολής των βοτρύων είναι μικρότερο, συνεπώς μικρότερη και η πυκνότητα επέμβασης. Από το μέγεθος δηλαδή του κινδύνου ζημιάς από φαιά σήψη, εξαρτάται σε ορισμένες περιοχές αν θα γίνουν ένας ή δυο ψεκασμοί εναντίον κάθε καρποφάγου γενεάς της ευδεμίδας. Κατά τους Egger και Borgo (1981), ο απλούστερος και οικονομικότερος τρόπος καθορισμού του χρόνου επέμβασης, για την Ιταλία, είναι να αρχίσουν οι δειγματοληψίες βοτρύων (για διαπίστωση προσβολής) από ορισμένα φαινολογικά στάδια της αμπέλου και όχι βάσει συλλήψεων του εντόμου σε φερομονικές παγίδες. Όταν δε παρακολουθείται ο πληθυσμός του εντόμου, ο 1ος ψεκασμός (αν χρειαστεί) γίνεται όταν τα άνθη είναι ακόμα κλειστά (λίγες ημέρες πριν ανοίξουν), ο 2ος όταν οι ράγες έχουν μέγεθος μπιζελιού και ο 3ος όταν αρχίσει η ωρίμαση, δηλαδή όταν οι ράγες αλλάζουν χρώμα. Κατά άλλη άποψη, ο 2ος ψεκασμός γίνεται κατά το γυάλισμα (περκασμό) των ραγών. Η παρεμπόδιση της σύζευξης, με τοποθέτηση εξατμιστήρων ελκυστικής φερομόνης φύλου, έδωσε ενθαρρυντικά αποτελέσματα με λογικό κόστος σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, όταν η πυκνότητα πληθυσμού του εντόμου δεν ήταν μεγάλη. Τα αποτελέσματα ήταν ενθαρρυντικά και σε τέσσερις περιοχές της χώρας μας (Παλούκης και συνεργάτες 1994, Τσιτσιπής και συνεργάτες 1995, Μπρούμας 1996). Ιδιαίτερα στις περιοχές Ελασσόνας και Αταλάντης όπου η μέθοδος εφαρμόστηκε σε οινοποιήσιμες ποικιλίες για 5 έτη, η παραγωγή προστατεύτηκε εξ ίσου καλά όσο σε αμπελώνες που δέχτηκαν τους συνηθισμένους ψεκασμούς με εντομοκτόνα (Ι. Τσιτσιπής και συνεργάτες, αδημοσίευτα στοιχεία).&lt;/del&gt;&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;+&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;color:black; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #a3d3ff; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;&lt;ins class=&quot;diffchange diffchange-inline&quot;&gt;Οι [[μύκητες|μύκητας]] Botrytis cinerea, που προκαλεί τη φαιά σήψη, είναι συχνό επακόλουθο της προσβολής των βοτρύων από την ευδεμίδα, ιδίως το φθινόπωρο. Δηλαδή, τα τραύματα και οι στοές που δημιουργεί στις ράγες η προνύμφη του [[έντομα|εντόμου]] διευκολύνουν την είσοδο και επέκταση του μύκητα. Επί πλέον, ράγες προσβεβλημένες από τον μύκητα είναι καταλληλότερες ως τροφή των προνυμφών του εντόμου (Savopoulou-Soultani and Tzanakakis 1988), συνεπώς και το έντομο ευνοείται από τον μύκητα. Τα τραύματα σε ράγες από την ευδεμίδα ευνοούν την είσοδο και του μύκητα Botryosphaeria dothidea, γνωστού ως μακρόφωμα και των παθογόνων που προκαλούν την όξινη σήψη (Ρούμπος 1987). Ευνοούν όμως τα τραύματα αυτά και προσβολή από άλλα έντομα, όπως είδη Drosophila. Καταπολέμηση. Γίνεται συνήθως με συνθετικά εντομοκτόνα και λιγότερο συχνά με μικροβιακά. Δοκιμάστηκε επίσης και στη χώρα μας, με ενθαρρυντικά αποτελέσματα, η μέθοδος παρεμπόδισης σύζευξης, αλλά δεν χρησιμοποιείται ακόμα από τους αμπελουργούς. Τα μικροβιακά εντομοκτόνα (σκευάσματα του Bacillus thuringiensis) είναι εκλεκτικά. Δεν βλάπτουν τα εντομοφάγα έντομα και ακαρεοφάγα ακάρεα, ούτε είναι επικίνδυνα για τον άνθρωπο. Όμως, η αποτελεσματικότητά τους κατά των καρποφάγων προνυμφών της ευδεμίδας δεν είναι τόση ώστε να είναι κατάλληλα για προστασία επιτραπέζιων ποικιλιών. Συνεπώς είναι κατάλληλα μόνο για οινοποιήσιμες ποικιλίες. Πρέπει να εφαρμόζονται λίγο πριν από την εκκόλαψη και κατά προτίμηση με σχετικά ζεστό καιρό (Μπρούμας 1996). Από τα εντομοκτόνα που εμποδίζουν την κανονική ανάπτυξη και εξέλιξη των εντόμων, το fenoxycarb έχει και ωοκτόνο δράση κατά της ευδεμίδας, αν εφαρμοστεί λίγο πριν από την ωοτοκία, ή ως 2 ημέρες μετά την ωοτοκία. Για τον λόγο αυτόν χρησιμοποείται σε πολλές περιοχές κατά της ευδεμίδας μόνο του, ή μαζί με μικροβιακό εντομοκτόνο. Ορισμένες άλλες ουσίες-παρεμποδιστές της ανάπτυξης των εντόμων είχαν ικανοποιητική αποτελεσματικότητα σε πειράματα, αλλά δεν έχουν ακόμα άδεια χρησιμοποίησής τους σε αμπελώνες (Μπρούμας 1996). Τα οργανοφωσφορούχα εντομοκτόνα είναι αποτελεσματικά εναντίον ενηλίκων εντόμων και νεαρών προνυμφών, ορισμένα δε και αφού οι προνύμφες μπουν σε μικρό βάθος στις ράγες. Κατά κανόνα, πρέπει να εφαρμόζονται ανάμεσα στις πρώτες και στις τελευταίες εκκολάψεις κάθε καρποφάγου γενεάς, ο δε ακριβής χρόνος ψεκασμού εξαρτάται από τις ιδιότητες του εντομοκτόνου και ορισμένους άλλους παράγοντες (Αγγελάκης 1996). Ανάμεσα στα οργανοφωσφορούχα που έδωσαν καλά αποτελέσματα είναι τα azinphos-methyl, chlorpyrifos, chlorpyrifos-methyl, diazinon, etrimfos, fenitrothion, methidathion, methyl parathion, mevinphos, parathion, phosalone, pyridafenthion, ronnel, tetrachlorvinphos και trichlorfon. Από τα καρβαμιδικά το fenoxycarb (που έχει ορμονική δράση) και το methomyl έχουν και αξιόλογη ωοκτόνο δράση κατά της ευδεμίδας υπό ορισμένες συνθήκες. Το carbaryl, όπως και η ομάδα των σταθερών συνθετικών πυρεθροειδών, είναι μεν αποτελεσματικά κατά της ευδεμίδας και λιγότερο επικίνδυνα για τον άνθρωπο, αλλά περιορίζουν πολύ τα ακαρεοφάγα αρθρόποδα, με συνέπεια να ευνοούν πυκνούς πληθυσμούς και ζημιές από φυτοφάγα ακάρεα. Από τα χλωριωμένα εντομοκτόνα χρησιμοποιήθηκαν το endosulfan μόνο του, ή μαζί με θερινό ορυκτέλαιο (oleoendosulfan). Συνήθως δεν χρειάζεται επέμβαση εναντίον των αυγών ή προνυμφών της 1ης (ανθοφάγου) γενεάς, παρά μόνο σε ορισμένες περιοχές όπως της Καβάλας, όπου ο πληθυσμός είναι πολύ πυκνός. Εκεί συνιστάται ένας ψεκασμός με Bacillus thuringiensis (B. t.) όταν ο πληθυσμός φτάσει την πυκνότητα επέμβασης (Μπούμας 1989). Εναντίον αυγών και προνυμφών της 2ης και 3ης (ή και 4ης) γενεάς, δηλαδή αυτών που τρώνε τους καρπούς, γίνονται συνήθως 1-3 ψεκασμοί. Στη χώρα μας, σε πειράματα, επιτεύχθηκε ικανοποιητική προστασία ορισμένων οινοποιήσιμων και επιτραπέζιων ποικιλιών, όταν ο χρόνος επέμβασης ορίστηκε με βάση μόνο τις συλλήψεις αρσενικών σε παγίδες (Μπρούμας και συνεργάτες 1994, 1995, Σαββοπούλου-Σουλτάνη και συνεργάτες 1994). Αντίθετα, στις πλείστες χώρες της Ευρώπης, ο αριθμός των συλλαμβανόμενων σε παγίδες αρσενικών δεν έχει στενή συσχέτιση με το μέγεθος της βλάβης στις ράγες και συνεπώς δεν αποτελεί το κύριο κριτήριο για καθορισμό του χρόνου των εντομοκτόνων επεμβάσεων. Το ίδιο συμπεραίνει και ο Αγγελάκης (1996). Είναι όμως οι συλλήψεις αρσενικών χρήσιμος δείκτης του πότε πρέπει να αρχίσει στους βότρυς η καταμέτρηση αυγών και εκκολάψεων της 2ης και 3ης (ή και 4ης) γενεάς του εντόμου, βάσει του αριθμού των οποίων ορίζονται οι ημερομηνίες ψεκασμού. Για το πότε πρέπει να γίνονται οι εντομοκτόνες επεμβάσεις, τα εντομοκτόνα που χρησιμοποιούνται και λεπτομέρειες στην καταπολέμηση της ευδεμίδας βλέπε Αγγελάκης (1996) και Μπρούμας (1996). Οι υπηρεσίες γεωργικών προειδοποιήσεων παρακολουθούν και την πορεία του ενήλικου πληθυσμού και την ωοτοκία και εκκόλαψη, ώστε να ενημερώνουν έγκαιρα τους αμπελουργούς. Στην κεντρική και νότια Ιταλία, η πυκνότητες επέμβασης είναι για τη 2η γενεά 3-5 % των βοτρύων με αυγά ή προνύμφες. Για την 3η γενεά είναι 3-5% των βοτρύων με αυγά ή προνύμφες. Για την 3η γενεά είναι 3-5 % για οινοποιήσιμες και 2-3 % για επιτραπέζιες ποικιλίες (Moleas1981, Tranfaglia et al. 1981). Κατά τον Μπρούμα (1996), αν χρησιμοποιηθεί fenoxycarb, ο ψεκασμός πρέπει να γίνει 3-5 ημέρες μετά την έναρξη συλλήψεων ενηλίκων σε φερομονικές παγίδες. Αν χρειαστεί, δηλαδή αν συνεχίζεται η ωοτοκία, ο ψεκασμός εναντίων της 2ης γενεάς επαναλαμβάνεται μετά 10-15 ημέρες. Αν χρησιμοποιηθεί B.t. ή συνθετικό εντομοκτόνο επαφής που δεν έχει ωοκτόνο δράση, ο πρώτος ψεκασμός γίνεται αργότερα, 10-12 ημέρες μετά την έναρξη αύξησης των συλλήψεων στις παγίδες, δηλαδή γίνεται κατά την περίοδο εκκόλαψης των προνυμφών. Συνήθως χρειάζεται επανάληψη του ψεκασμού 2-3 εβδομάδες αργότερα, ανάλογα με την υπολειμματική διάρκεια του εντομοκτόνου και τη συνεχιζόμενη ωοτοκία. Αν χρησιμοποιηθεί B.t. μαζί με fenoxycarb λίγο πριν από τις πρώτες εκκολάψεις, συνήθως αρκεί ένας ψεκασμός. Σε περιοχές, συνθήκες και ποικιλίες όπου ευνοείται η φαιά σήψη που προκαλεί ο B. cinerea, το όριο ανεκτής πυκνότητας προσβολής των βοτρύων είναι μικρότερο, συνεπώς μικρότερη και η πυκνότητα επέμβασης. Από το μέγεθος δηλαδή του κινδύνου ζημιάς από φαιά σήψη, εξαρτάται σε ορισμένες περιοχές αν θα γίνουν ένας ή δυο ψεκασμοί εναντίον κάθε καρποφάγου γενεάς της ευδεμίδας. Κατά τους Egger και Borgo (1981), ο απλούστερος και οικονομικότερος τρόπος καθορισμού του χρόνου επέμβασης, για την Ιταλία, είναι να αρχίσουν οι δειγματοληψίες βοτρύων (για διαπίστωση προσβολής) από ορισμένα φαινολογικά στάδια της αμπέλου και όχι βάσει συλλήψεων του εντόμου σε φερομονικές παγίδες. Όταν δε παρακολουθείται ο πληθυσμός του εντόμου, ο 1ος ψεκασμός (αν χρειαστεί) γίνεται όταν τα άνθη είναι ακόμα κλειστά (λίγες ημέρες πριν ανοίξουν), ο 2ος όταν οι ράγες έχουν μέγεθος μπιζελιού και ο 3ος όταν αρχίσει η ωρίμαση, δηλαδή όταν οι ράγες αλλάζουν χρώμα. Κατά άλλη άποψη, ο 2ος ψεκασμός γίνεται κατά το γυάλισμα (περκασμό) των ραγών. Η παρεμπόδιση της σύζευξης, με τοποθέτηση εξατμιστήρων ελκυστικής φερομόνης φύλου, έδωσε ενθαρρυντικά αποτελέσματα με λογικό κόστος σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, όταν η πυκνότητα πληθυσμού του εντόμου δεν ήταν μεγάλη. Τα αποτελέσματα ήταν ενθαρρυντικά και σε τέσσερις περιοχές της χώρας μας (Παλούκης και συνεργάτες 1994, Τσιτσιπής και συνεργάτες 1995, Μπρούμας 1996). Ιδιαίτερα στις περιοχές Ελασσόνας και Αταλάντης όπου η μέθοδος εφαρμόστηκε σε οινοποιήσιμες ποικιλίες για 5 έτη, η παραγωγή προστατεύτηκε εξ ίσου καλά όσο σε αμπελώνες που δέχτηκαν τους συνηθισμένους ψεκασμούς με εντομοκτόνα (Ι. Τσιτσιπής και συνεργάτες, αδημοσίευτα στοιχεία). &amp;lt;ref name=&amp;quot; Ευδεμίδα της αμπέλου&amp;quot;/&amp;gt;&lt;/ins&gt;&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;[[είναι εχθρός της::Αμπέλι| ]]&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;[[είναι εχθρός της::Αμπέλι| ]]&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td colspan=&quot;2&quot; class=&quot;diff-lineno&quot;&gt;Γραμμή 51:&lt;/td&gt;
&lt;td colspan=&quot;2&quot; class=&quot;diff-lineno&quot;&gt;Γραμμή 51:&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;[[πόσο αφορά σε γεωπόνο::30| ]]&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;[[πόσο αφορά σε γεωπόνο::30| ]]&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;__NOTOC__&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;__NOTOC__&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td colspan=&quot;2&quot;&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;+&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;color:black; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #a3d3ff; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;&lt;ins style=&quot;font-weight: bold; text-decoration: none;&quot;&gt;&lt;/ins&gt;&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td colspan=&quot;2&quot;&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;+&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;color:black; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #a3d3ff; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;&lt;ins style=&quot;font-weight: bold; text-decoration: none;&quot;&gt;&lt;/ins&gt;&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td colspan=&quot;2&quot;&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;+&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;color:black; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #a3d3ff; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;&lt;ins style=&quot;font-weight: bold; text-decoration: none;&quot;&gt;==Βιβλιογραφία==&lt;/ins&gt;&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td colspan=&quot;2&quot;&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;+&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;color:black; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #a3d3ff; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;&lt;ins style=&quot;font-weight: bold; text-decoration: none;&quot;&gt;&amp;lt;references&amp;gt;&lt;/ins&gt;&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td colspan=&quot;2&quot;&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;+&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;color:black; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #a3d3ff; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;&lt;ins style=&quot;font-weight: bold; text-decoration: none;&quot;&gt;&amp;lt;ref name=&amp;quot; Ευδεμίδα της αμπέλου&amp;quot;&amp;gt; Έντομα καρποφόρων δέντρων και αμπέλου, Μ.Ε. Τζανακάκης- Β.Ι. Κατσόγιαννός, 1998.&amp;lt;/ref&amp;gt; &lt;/ins&gt;&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td colspan=&quot;2&quot;&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;+&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;color:black; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #a3d3ff; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;&lt;ins style=&quot;font-weight: bold; text-decoration: none;&quot;&gt;&amp;lt;/references&amp;gt;&lt;/ins&gt;&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td colspan=&quot;2&quot;&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;+&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;color:black; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #a3d3ff; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;&lt;ins style=&quot;font-weight: bold; text-decoration: none;&quot;&gt;__notoc__&lt;/ins&gt;&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;/table&gt;</summary>
		<author><name>Th zografos</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://www.gaiapedia.gr/gaiapedia/index.php?title=%CE%95%CF%85%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B1_%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%85&amp;diff=50498&amp;oldid=prev</id>
		<title>Th zografos στις 07:45, 3 Ιουνίου 2016</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.gaiapedia.gr/gaiapedia/index.php?title=%CE%95%CF%85%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B1_%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%85&amp;diff=50498&amp;oldid=prev"/>
				<updated>2016-06-03T07:45:07Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;&lt;/p&gt;
&lt;table class='diff diff-contentalign-left'&gt;
				&lt;col class='diff-marker' /&gt;
				&lt;col class='diff-content' /&gt;
				&lt;col class='diff-marker' /&gt;
				&lt;col class='diff-content' /&gt;
				&lt;tr style='vertical-align: top;'&gt;
				&lt;td colspan='2' style=&quot;background-color: white; color:black; text-align: center;&quot;&gt;&amp;larr;Παλαιότερη αναθεώρηση&lt;/td&gt;
				&lt;td colspan='2' style=&quot;background-color: white; color:black; text-align: center;&quot;&gt;Αναθεώρηση της 07:45, 3 Ιουνίου 2016&lt;/td&gt;
				&lt;/tr&gt;&lt;tr&gt;&lt;td colspan=&quot;2&quot; class=&quot;diff-lineno&quot;&gt;Γραμμή 44:&lt;/td&gt;
&lt;td colspan=&quot;2&quot; class=&quot;diff-lineno&quot;&gt;Γραμμή 44:&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;#Στην αλλαγή χρώματος των ραγών.&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;#Στην αλλαγή χρώματος των ραγών.&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;−&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;color:black; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #ffe49c; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;&lt;del class=&quot;diffchange diffchange-inline&quot;&gt;Οι [[μύκητες|μύκητας]] Botrytis cinerea, που προκαλεί τη φαιά σήψη, είναι συχνό επακόλουθο της προσβολής των βοτρύων από την ευδεμίδα, ιδίως το φθινόπωρο. Δηλαδή, τα τραύματα και οι στοές που δημιουργεί στις ράγες η προνύμφη του εντόμου διευκολύνουν την είσοδο και επέκταση του μύκητα. Επί πλέον, ράγες προσβεβλημένες από τον μύκητα είναι καταλληλότερες ως τροφή των προνυμφών του εντόμου (Savopoulou-Soultani and Tzanakakis 1988), συνεπώς και το έντομο ευνοείται από τον μύκητα. Τα τραύματα σε ράγες από την ευδεμίδα ευνοούν την είσοδο και του μύκητα Botryosphaeria dothidea, γνωστού ως μακρόφωμα και των παθογόνων που προκαλούν την όξινη σήψη (Ρούμπος 1987). Ευνοούν όμως τα τραύματα αυτά και προσβολή από άλλα έντομα, όπως είδη Drosophila. Καταπολέμηση. Γίνεται συνήθως με συνθετικά εντομοκτόνα και λιγότερο συχνά με μικροβιακά. Δοκιμάστηκε επίσης και στη χώρα μας, με ενθαρρυντικά αποτελέσματα, η μέθοδος παρεμπόδισης σύζευξης, αλλά δεν χρησιμοποιείται ακόμα από τους αμπελουργούς. Τα μικροβιακά εντομοκτόνα (σκευάσματα του Bacillus thuringiensis) είναι εκλεκτικά. Δεν βλάπτουν τα εντομοφάγα έντομα και ακαρεοφάγα ακάρεα, ούτε είναι επικίνδυνα για τον άνθρωπο. Όμως, η αποτελεσματικότητά τους κατά των καρποφάγων προνυμφών της ευδεμίδας δεν είναι τόση ώστε να είναι κατάλληλα για προστασία επιτραπέζιων ποικιλιών. Συνεπώς είναι κατάλληλα μόνο για οινοποιήσιμες ποικιλίες. Πρέπει να εφαρμόζονται λίγο πριν από την εκκόλαψη και κατά προτίμηση με σχετικά ζεστό καιρό (Μπρούμας 1996). Από τα εντομοκτόνα που εμποδίζουν την κανονική ανάπτυξη και εξέλιξη των εντόμων, το fenoxycarb έχει και ωοκτόνο δράση κατά της ευδεμίδας, αν εφαρμοστεί λίγο πριν από την ωοτοκία, ή ως 2 ημέρες μετά την ωοτοκία. Για τον λόγο αυτόν χρησιμοποείται σε πολλές περιοχές κατά της ευδεμίδας μόνο του, ή μαζί με μικροβιακό εντομοκτόνο. Ορισμένες άλλες ουσίες-παρεμποδιστές της ανάπτυξης των εντόμων είχαν ικανοποιητική αποτελεσματικότητα σε πειράματα, αλλά δεν έχουν ακόμα άδεια χρησιμοποίησής τους σε αμπελώνες (Μπρούμας 1996). Τα οργανοφωσφορούχα εντομοκτόνα είναι αποτελεσματικά εναντίον ενηλίκων εντόμων και νεαρών προνυμφών, ορισμένα δε και αφού οι προνύμφες μπουν σε μικρό βάθος στις ράγες. Κατά κανόνα, πρέπει να εφαρμόζονται ανάμεσα στις πρώτες και στις τελευταίες εκκολάψεις κάθε καρποφάγου γενεάς, ο δε ακριβής χρόνος ψεκασμού εξαρτάται από τις ιδιότητες του εντομοκτόνου και ορισμένους άλλους παράγοντες (Αγγελάκης 1996). Ανάμεσα στα οργανοφωσφορούχα που έδωσαν καλά αποτελέσματα είναι τα azinphos-methyl, chlorpyrifos, chlorpyrifos-methyl, diazinon, etrimfos, fenitrothion, methidathion, methyl parathion, mevinphos, parathion, phosalone, pyridafenthion, ronnel, tetrachlorvinphos και trichlorfon. Από τα καρβαμιδικά το fenoxycarb (που έχει ορμονική δράση) και το methomyl έχουν και αξιόλογη ωοκτόνο δράση κατά της ευδεμίδας υπό ορισμένες συνθήκες. Το carbaryl, όπως και η ομάδα των σταθερών συνθετικών πυρεθροειδών, είναι μεν αποτελεσματικά κατά της ευδεμίδας και λιγότερο επικίνδυνα για τον άνθρωπο, αλλά περιορίζουν πολύ τα ακαρεοφάγα αρθρόποδα, με συνέπεια να ευνοούν πυκνούς πληθυσμούς και ζημιές από φυτοφάγα ακάρεα. Από τα χλωριωμένα εντομοκτόνα χρησιμοποιήθηκαν το endosulfan μόνο του, ή μαζί με θερινό ορυκτέλαιο (oleoendosulfan). Συνήθως δεν χρειάζεται επέμβαση εναντίον των αυγών ή προνυμφών της 1ης (ανθοφάγου) γενεάς, παρά μόνο σε ορισμένες περιοχές όπως της Καβάλας, όπου ο πληθυσμός είναι πολύ πυκνός. Εκεί συνιστάται ένας ψεκασμός με Bacillus thuringiensis (B. t.) όταν ο πληθυσμός φτάσει την πυκνότητα επέμβασης (Μπούμας 1989). Εναντίον αυγών και προνυμφών της 2ης και 3ης (ή και 4ης) γενεάς, δηλαδή αυτών που τρώνε τους καρπούς, γίνονται συνήθως 1-3 ψεκασμοί. Στη χώρα μας, σε πειράματα, επιτεύχθηκε ικανοποιητική προστασία ορισμένων οινοποιήσιμων και επιτραπέζιων ποικιλιών, όταν ο χρόνος επέμβασης ορίστηκε με βάση μόνο τις συλλήψεις αρσενικών σε παγίδες (Μπρούμας και συνεργάτες 1994, 1995, Σαββοπούλου-Σουλτάνη και συνεργάτες 1994). Αντίθετα, στις πλείστες χώρες της Ευρώπης, ο αριθμός των συλλαμβανόμενων σε παγίδες αρσενικών δεν έχει στενή συσχέτιση με το μέγεθος της βλάβης στις ράγες και συνεπώς δεν αποτελεί το κύριο κριτήριο για καθορισμό του χρόνου των εντομοκτόνων επεμβάσεων. Το ίδιο συμπεραίνει και ο Αγγελάκης (1996). Είναι όμως οι συλλήψεις αρσενικών χρήσιμος δείκτης του πότε πρέπει να αρχίσει στους βότρυς η καταμέτρηση αυγών και εκκολάψεων της 2ης και 3ης (ή και 4ης) γενεάς του εντόμου, βάσει του αριθμού των οποίων ορίζονται οι ημερομηνίες ψεκασμού. Για το πότε πρέπει να γίνονται οι εντομοκτόνες επεμβάσεις, τα εντομοκτόνα που χρησιμοποιούνται και λεπτομέρειες στην καταπολέμηση της ευδεμίδας βλέπε Αγγελάκης (1996) και Μπρούμας (1996). Οι υπηρεσίες γεωργικών προειδοποιήσεων παρακολουθούν και την πορεία του ενήλικου πληθυσμού και την ωοτοκία και εκκόλαψη, ώστε να ενημερώνουν έγκαιρα τους αμπελουργούς. Στην κεντρική και νότια Ιταλία, η πυκνότητες επέμβασης είναι για τη 2η γενεά 3-5 % των βοτρύων με αυγά ή προνύμφες. Για την 3η γενεά είναι 3-5% των βοτρύων με αυγά ή προνύμφες. Για την 3η γενεά είναι 3-5 % για οινοποιήσιμες και 2-3 % για επιτραπέζιες ποικιλίες (Moleas1981, Tranfaglia et al. 1981). Κατά τον Μπρούμα (1996), αν χρησιμοποιηθεί fenoxycarb, ο ψεκασμός πρέπει να γίνει 3-5 ημέρες μετά την έναρξη συλλήψεων ενηλίκων σε φερομονικές παγίδες. Αν χρειαστεί, δηλαδή αν συνεχίζεται η ωοτοκία, ο ψεκασμός εναντίων της 2ης γενεάς επαναλαμβάνεται μετά 10-15 ημέρες. Αν χρησιμοποιηθεί B.t. ή συνθετικό εντομοκτόνο επαφής που δεν έχει ωοκτόνο δράση, ο πρώτος ψεκασμός γίνεται αργότερα, 10-12 ημέρες μετά την έναρξη αύξησης των συλλήψεων στις παγίδες, δηλαδή γίνεται κατά την περίοδο εκκόλαψης των προνυμφών. Συνήθως χρειάζεται επανάληψη του ψεκασμού 2-3 εβδομάδες αργότερα, ανάλογα με την υπολειμματική διάρκεια του εντομοκτόνου και τη συνεχιζόμενη ωοτοκία. Αν χρησιμοποιηθεί B.t. μαζί με fenoxycarb λίγο πριν από τις πρώτες εκκολάψεις, συνήθως αρκεί ένας ψεκασμός. Σε περιοχές, συνθήκες και ποικιλίες όπου ευνοείται η φαιά σήψη που προκαλεί ο B. cinerea, το όριο ανεκτής πυκνότητας προσβολής των βοτρύων είναι μικρότερο, συνεπώς μικρότερη και η πυκνότητα επέμβασης. Από το μέγεθος δηλαδή του κινδύνου ζημιάς από φαιά σήψη, εξαρτάται σε ορισμένες περιοχές αν θα γίνουν ένας ή δυο ψεκασμοί εναντίον κάθε καρποφάγου γενεάς της ευδεμίδας. Κατά τους Egger και Borgo (1981), ο απλούστερος και οικονομικότερος τρόπος καθορισμού του χρόνου επέμβασης, για την Ιταλία, είναι να αρχίσουν οι δειγματοληψίες βοτρύων (για διαπίστωση προσβολής) από ορισμένα φαινολογικά στάδια της αμπέλου και όχι βάσει συλλήψεων του εντόμου σε φερομονικές παγίδες. Όταν δε παρακολουθείται ο πληθυσμός του εντόμου, ο 1ος ψεκασμός (αν χρειαστεί) γίνεται όταν τα άνθη είναι ακόμα κλειστά (λίγες ημέρες πριν ανοίξουν), ο 2ος όταν οι ράγες έχουν μέγεθος μπιζελιού και ο 3ος όταν αρχίσει η ωρίμαση, δηλαδή όταν οι ράγες αλλάζουν χρώμα. Κατά άλλη άποψη, ο 2ος ψεκασμός γίνεται κατά το γυάλισμα (περκασμό) των ραγών. Η παρεμπόδιση της σύζευξης, με τοποθέτηση εξατμιστήρων ελκυστικής φερομόνης φύλου, έδωσε ενθαρρυντικά αποτελέσματα με λογικό κόστος σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, όταν η πυκνότητα πληθυσμού του εντόμου δεν ήταν μεγάλη. Τα αποτελέσματα ήταν ενθαρρυντικά και σε τέσσερις περιοχές της χώρας μας (Παλούκης και συνεργάτες 1994, Τσιτσιπής και συνεργάτες 1995, Μπρούμας 1996). Ιδιαίτερα στις περιοχές Ελασσόνας και Αταλάντης όπου η μέθοδος εφαρμόστηκε σε οινοποιήσιμες ποικιλίες για 5 έτη, η παραγωγή προστατεύτηκε εξ ίσου καλά όσο σε αμπελώνες που δέχτηκαν τους συνηθισμένους ψεκασμούς με εντομοκτόνα (Ι. Τσιτσιπής και συνεργάτες, αδημοσίευτα στοιχεία).&lt;/del&gt;&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;+&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;color:black; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #a3d3ff; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;&lt;ins class=&quot;diffchange diffchange-inline&quot;&gt;Οι [[μύκητες|μύκητας]] Botrytis cinerea, που προκαλεί τη φαιά σήψη, είναι συχνό επακόλουθο της προσβολής των βοτρύων από την ευδεμίδα, ιδίως το φθινόπωρο. Δηλαδή, τα τραύματα και οι στοές που δημιουργεί στις ράγες η προνύμφη του [[έντομα|εντόμου]] διευκολύνουν την είσοδο και επέκταση του μύκητα. Επί πλέον, ράγες προσβεβλημένες από τον μύκητα είναι καταλληλότερες ως τροφή των προνυμφών του εντόμου (Savopoulou-Soultani and Tzanakakis 1988), συνεπώς και το έντομο ευνοείται από τον μύκητα. Τα τραύματα σε ράγες από την ευδεμίδα ευνοούν την είσοδο και του μύκητα Botryosphaeria dothidea, γνωστού ως μακρόφωμα και των παθογόνων που προκαλούν την όξινη σήψη (Ρούμπος 1987). Ευνοούν όμως τα τραύματα αυτά και προσβολή από άλλα έντομα, όπως είδη Drosophila. Καταπολέμηση. Γίνεται συνήθως με συνθετικά εντομοκτόνα και λιγότερο συχνά με μικροβιακά. Δοκιμάστηκε επίσης και στη χώρα μας, με ενθαρρυντικά αποτελέσματα, η μέθοδος παρεμπόδισης σύζευξης, αλλά δεν χρησιμοποιείται ακόμα από τους αμπελουργούς. Τα μικροβιακά εντομοκτόνα (σκευάσματα του Bacillus thuringiensis) είναι εκλεκτικά. Δεν βλάπτουν τα εντομοφάγα έντομα και ακαρεοφάγα ακάρεα, ούτε είναι επικίνδυνα για τον άνθρωπο. Όμως, η αποτελεσματικότητά τους κατά των καρποφάγων προνυμφών της ευδεμίδας δεν είναι τόση ώστε να είναι κατάλληλα για προστασία επιτραπέζιων ποικιλιών. Συνεπώς είναι κατάλληλα μόνο για οινοποιήσιμες ποικιλίες. Πρέπει να εφαρμόζονται λίγο πριν από την εκκόλαψη και κατά προτίμηση με σχετικά ζεστό καιρό (Μπρούμας 1996). Από τα εντομοκτόνα που εμποδίζουν την κανονική ανάπτυξη και εξέλιξη των εντόμων, το fenoxycarb έχει και ωοκτόνο δράση κατά της ευδεμίδας, αν εφαρμοστεί λίγο πριν από την ωοτοκία, ή ως 2 ημέρες μετά την ωοτοκία. Για τον λόγο αυτόν χρησιμοποείται σε πολλές περιοχές κατά της ευδεμίδας μόνο του, ή μαζί με μικροβιακό εντομοκτόνο. Ορισμένες άλλες ουσίες-παρεμποδιστές της ανάπτυξης των εντόμων είχαν ικανοποιητική αποτελεσματικότητα σε πειράματα, αλλά δεν έχουν ακόμα άδεια χρησιμοποίησής τους σε αμπελώνες (Μπρούμας 1996). Τα οργανοφωσφορούχα εντομοκτόνα είναι αποτελεσματικά εναντίον ενηλίκων εντόμων και νεαρών προνυμφών, ορισμένα δε και αφού οι προνύμφες μπουν σε μικρό βάθος στις ράγες. Κατά κανόνα, πρέπει να εφαρμόζονται ανάμεσα στις πρώτες και στις τελευταίες εκκολάψεις κάθε καρποφάγου γενεάς, ο δε ακριβής χρόνος ψεκασμού εξαρτάται από τις ιδιότητες του εντομοκτόνου και ορισμένους άλλους παράγοντες (Αγγελάκης 1996). Ανάμεσα στα οργανοφωσφορούχα που έδωσαν καλά αποτελέσματα είναι τα azinphos-methyl, chlorpyrifos, chlorpyrifos-methyl, diazinon, etrimfos, fenitrothion, methidathion, methyl parathion, mevinphos, parathion, phosalone, pyridafenthion, ronnel, tetrachlorvinphos και trichlorfon. Από τα καρβαμιδικά το fenoxycarb (που έχει ορμονική δράση) και το methomyl έχουν και αξιόλογη ωοκτόνο δράση κατά της ευδεμίδας υπό ορισμένες συνθήκες. Το carbaryl, όπως και η ομάδα των σταθερών συνθετικών πυρεθροειδών, είναι μεν αποτελεσματικά κατά της ευδεμίδας και λιγότερο επικίνδυνα για τον άνθρωπο, αλλά περιορίζουν πολύ τα ακαρεοφάγα αρθρόποδα, με συνέπεια να ευνοούν πυκνούς πληθυσμούς και ζημιές από φυτοφάγα ακάρεα. Από τα χλωριωμένα εντομοκτόνα χρησιμοποιήθηκαν το endosulfan μόνο του, ή μαζί με θερινό ορυκτέλαιο (oleoendosulfan). Συνήθως δεν χρειάζεται επέμβαση εναντίον των αυγών ή προνυμφών της 1ης (ανθοφάγου) γενεάς, παρά μόνο σε ορισμένες περιοχές όπως της Καβάλας, όπου ο πληθυσμός είναι πολύ πυκνός. Εκεί συνιστάται ένας ψεκασμός με Bacillus thuringiensis (B. t.) όταν ο πληθυσμός φτάσει την πυκνότητα επέμβασης (Μπούμας 1989). Εναντίον αυγών και προνυμφών της 2ης και 3ης (ή και 4ης) γενεάς, δηλαδή αυτών που τρώνε τους καρπούς, γίνονται συνήθως 1-3 ψεκασμοί. Στη χώρα μας, σε πειράματα, επιτεύχθηκε ικανοποιητική προστασία ορισμένων οινοποιήσιμων και επιτραπέζιων ποικιλιών, όταν ο χρόνος επέμβασης ορίστηκε με βάση μόνο τις συλλήψεις αρσενικών σε παγίδες (Μπρούμας και συνεργάτες 1994, 1995, Σαββοπούλου-Σουλτάνη και συνεργάτες 1994). Αντίθετα, στις πλείστες χώρες της Ευρώπης, ο αριθμός των συλλαμβανόμενων σε παγίδες αρσενικών δεν έχει στενή συσχέτιση με το μέγεθος της βλάβης στις ράγες και συνεπώς δεν αποτελεί το κύριο κριτήριο για καθορισμό του χρόνου των εντομοκτόνων επεμβάσεων. Το ίδιο συμπεραίνει και ο Αγγελάκης (1996). Είναι όμως οι συλλήψεις αρσενικών χρήσιμος δείκτης του πότε πρέπει να αρχίσει στους βότρυς η καταμέτρηση αυγών και εκκολάψεων της 2ης και 3ης (ή και 4ης) γενεάς του εντόμου, βάσει του αριθμού των οποίων ορίζονται οι ημερομηνίες ψεκασμού. Για το πότε πρέπει να γίνονται οι εντομοκτόνες επεμβάσεις, τα εντομοκτόνα που χρησιμοποιούνται και λεπτομέρειες στην καταπολέμηση της ευδεμίδας βλέπε Αγγελάκης (1996) και Μπρούμας (1996). Οι υπηρεσίες γεωργικών προειδοποιήσεων παρακολουθούν και την πορεία του ενήλικου πληθυσμού και την ωοτοκία και εκκόλαψη, ώστε να ενημερώνουν έγκαιρα τους αμπελουργούς. Στην κεντρική και νότια Ιταλία, η πυκνότητες επέμβασης είναι για τη 2η γενεά 3-5 % των βοτρύων με αυγά ή προνύμφες. Για την 3η γενεά είναι 3-5% των βοτρύων με αυγά ή προνύμφες. Για την 3η γενεά είναι 3-5 % για οινοποιήσιμες και 2-3 % για επιτραπέζιες ποικιλίες (Moleas1981, Tranfaglia et al. 1981). Κατά τον Μπρούμα (1996), αν χρησιμοποιηθεί fenoxycarb, ο ψεκασμός πρέπει να γίνει 3-5 ημέρες μετά την έναρξη συλλήψεων ενηλίκων σε φερομονικές παγίδες. Αν χρειαστεί, δηλαδή αν συνεχίζεται η ωοτοκία, ο ψεκασμός εναντίων της 2ης γενεάς επαναλαμβάνεται μετά 10-15 ημέρες. Αν χρησιμοποιηθεί B.t. ή συνθετικό εντομοκτόνο επαφής που δεν έχει ωοκτόνο δράση, ο πρώτος ψεκασμός γίνεται αργότερα, 10-12 ημέρες μετά την έναρξη αύξησης των συλλήψεων στις παγίδες, δηλαδή γίνεται κατά την περίοδο εκκόλαψης των προνυμφών. Συνήθως χρειάζεται επανάληψη του ψεκασμού 2-3 εβδομάδες αργότερα, ανάλογα με την υπολειμματική διάρκεια του εντομοκτόνου και τη συνεχιζόμενη ωοτοκία. Αν χρησιμοποιηθεί B.t. μαζί με fenoxycarb λίγο πριν από τις πρώτες εκκολάψεις, συνήθως αρκεί ένας ψεκασμός. Σε περιοχές, συνθήκες και ποικιλίες όπου ευνοείται η φαιά σήψη που προκαλεί ο B. cinerea, το όριο ανεκτής πυκνότητας προσβολής των βοτρύων είναι μικρότερο, συνεπώς μικρότερη και η πυκνότητα επέμβασης. Από το μέγεθος δηλαδή του κινδύνου ζημιάς από φαιά σήψη, εξαρτάται σε ορισμένες περιοχές αν θα γίνουν ένας ή δυο ψεκασμοί εναντίον κάθε καρποφάγου γενεάς της ευδεμίδας. Κατά τους Egger και Borgo (1981), ο απλούστερος και οικονομικότερος τρόπος καθορισμού του χρόνου επέμβασης, για την Ιταλία, είναι να αρχίσουν οι δειγματοληψίες βοτρύων (για διαπίστωση προσβολής) από ορισμένα φαινολογικά στάδια της αμπέλου και όχι βάσει συλλήψεων του εντόμου σε φερομονικές παγίδες. Όταν δε παρακολουθείται ο πληθυσμός του εντόμου, ο 1ος ψεκασμός (αν χρειαστεί) γίνεται όταν τα άνθη είναι ακόμα κλειστά (λίγες ημέρες πριν ανοίξουν), ο 2ος όταν οι ράγες έχουν μέγεθος μπιζελιού και ο 3ος όταν αρχίσει η ωρίμαση, δηλαδή όταν οι ράγες αλλάζουν χρώμα. Κατά άλλη άποψη, ο 2ος ψεκασμός γίνεται κατά το γυάλισμα (περκασμό) των ραγών. Η παρεμπόδιση της σύζευξης, με τοποθέτηση εξατμιστήρων ελκυστικής φερομόνης φύλου, έδωσε ενθαρρυντικά αποτελέσματα με λογικό κόστος σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, όταν η πυκνότητα πληθυσμού του εντόμου δεν ήταν μεγάλη. Τα αποτελέσματα ήταν ενθαρρυντικά και σε τέσσερις περιοχές της χώρας μας (Παλούκης και συνεργάτες 1994, Τσιτσιπής και συνεργάτες 1995, Μπρούμας 1996). Ιδιαίτερα στις περιοχές Ελασσόνας και Αταλάντης όπου η μέθοδος εφαρμόστηκε σε οινοποιήσιμες ποικιλίες για 5 έτη, η παραγωγή προστατεύτηκε εξ ίσου καλά όσο σε αμπελώνες που δέχτηκαν τους συνηθισμένους ψεκασμούς με εντομοκτόνα (Ι. Τσιτσιπής και συνεργάτες, αδημοσίευτα στοιχεία).&lt;/ins&gt;&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;[[είναι εχθρός της::Αμπέλι| ]]&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;[[είναι εχθρός της::Αμπέλι| ]]&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;/table&gt;</summary>
		<author><name>Th zografos</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://www.gaiapedia.gr/gaiapedia/index.php?title=%CE%95%CF%85%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B1_%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%85&amp;diff=50497&amp;oldid=prev</id>
		<title>Th zografos στις 07:43, 3 Ιουνίου 2016</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.gaiapedia.gr/gaiapedia/index.php?title=%CE%95%CF%85%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B1_%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%85&amp;diff=50497&amp;oldid=prev"/>
				<updated>2016-06-03T07:43:46Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;&lt;/p&gt;
&lt;table class='diff diff-contentalign-left'&gt;
				&lt;col class='diff-marker' /&gt;
				&lt;col class='diff-content' /&gt;
				&lt;col class='diff-marker' /&gt;
				&lt;col class='diff-content' /&gt;
				&lt;tr style='vertical-align: top;'&gt;
				&lt;td colspan='2' style=&quot;background-color: white; color:black; text-align: center;&quot;&gt;&amp;larr;Παλαιότερη αναθεώρηση&lt;/td&gt;
				&lt;td colspan='2' style=&quot;background-color: white; color:black; text-align: center;&quot;&gt;Αναθεώρηση της 07:43, 3 Ιουνίου 2016&lt;/td&gt;
				&lt;/tr&gt;&lt;tr&gt;&lt;td colspan=&quot;2&quot; class=&quot;diff-lineno&quot;&gt;Γραμμή 44:&lt;/td&gt;
&lt;td colspan=&quot;2&quot; class=&quot;diff-lineno&quot;&gt;Γραμμή 44:&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;#Στην αλλαγή χρώματος των ραγών.&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;#Στην αλλαγή χρώματος των ραγών.&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;−&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;color:black; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #ffe49c; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;&lt;del class=&quot;diffchange diffchange-inline&quot;&gt; Ο [[μύκητες|μύκητας]] Botrytis cinerea, που προκαλεί τη φαιά σήψη, είναι συχνό επακόλουθο της προσβολής των βοτρύων από την ευδεμίδα, ιδίως το φθινόπωρο. Δηλαδή, τα τραύματα και οι στοές που δημιουργεί στις ράγες η προνύμφη του εντόμου διευκολύνουν την είσοδο και επέκταση του μύκητα. Επί πλέον, ράγες προσβεβλημένες από τον μύκητα είναι καταλληλότερες ως τροφή των προνυμφών του εντόμου (Savopoulou-Soultani and Tzanakakis 1988), συνεπώς και το έντομο ευνοείται από τον μύκητα. Τα τραύματα σε ράγες από την ευδεμίδα ευνοούν την είσοδο και του μύκητα Botryosphaeria dothidea, γνωστού ως μακρόφωμα και των παθογόνων που προκαλούν την όξινη σήψη (Ρούμπος 1987). Ευνοούν όμως τα τραύματα αυτά και προσβολή από άλλα έντομα, όπως είδη Drosophila. Καταπολέμηση. Γίνεται συνήθως με συνθετικά εντομοκτόνα και λιγότερο συχνά με μικροβιακά. Δοκιμάστηκε επίσης και στη χώρα μας, με ενθαρρυντικά αποτελέσματα, η μέθοδος παρεμπόδισης σύζευξης, αλλά δεν χρησιμοποιείται ακόμα από τους αμπελουργούς. Τα μικροβιακά εντομοκτόνα (σκευάσματα του Bacillus thuringiensis) είναι εκλεκτικά. Δεν βλάπτουν τα εντομοφάγα έντομα και ακαρεοφάγα ακάρεα, ούτε είναι επικίνδυνα για τον άνθρωπο. Όμως, η αποτελεσματικότητά τους κατά των καρποφάγων προνυμφών της ευδεμίδας δεν είναι τόση ώστε να είναι κατάλληλα για προστασία επιτραπέζιων ποικιλιών. Συνεπώς είναι κατάλληλα μόνο για οινοποιήσιμες ποικιλίες. Πρέπει να εφαρμόζονται λίγο πριν από την εκκόλαψη και κατά προτίμηση με σχετικά ζεστό καιρό (Μπρούμας 1996). Από τα εντομοκτόνα που εμποδίζουν την κανονική ανάπτυξη και εξέλιξη των εντόμων, το fenoxycarb έχει και ωοκτόνο δράση κατά της ευδεμίδας, αν εφαρμοστεί λίγο πριν από την ωοτοκία, ή ως 2 ημέρες μετά την ωοτοκία. Για τον λόγο αυτόν χρησιμοποείται σε πολλές περιοχές κατά της ευδεμίδας μόνο του, ή μαζί με μικροβιακό εντομοκτόνο. Ορισμένες άλλες ουσίες-παρεμποδιστές της ανάπτυξης των εντόμων είχαν ικανοποιητική αποτελεσματικότητα σε πειράματα, αλλά δεν έχουν ακόμα άδεια χρησιμοποίησής τους σε αμπελώνες (Μπρούμας 1996). Τα οργανοφωσφορούχα εντομοκτόνα είναι αποτελεσματικά εναντίον ενηλίκων εντόμων και νεαρών προνυμφών, ορισμένα δε και αφού οι προνύμφες μπουν σε μικρό βάθος στις ράγες. Κατά κανόνα, πρέπει να εφαρμόζονται ανάμεσα στις πρώτες και στις τελευταίες εκκολάψεις κάθε καρποφάγου γενεάς, ο δε ακριβής χρόνος ψεκασμού εξαρτάται από τις ιδιότητες του εντομοκτόνου και ορισμένους άλλους παράγοντες (Αγγελάκης 1996). Ανάμεσα στα οργανοφωσφορούχα που έδωσαν καλά αποτελέσματα είναι τα azinphos-methyl, chlorpyrifos, chlorpyrifos-methyl, diazinon, etrimfos, fenitrothion, methidathion, methyl parathion, mevinphos, parathion, phosalone, pyridafenthion, ronnel, tetrachlorvinphos και trichlorfon. Από τα καρβαμιδικά το fenoxycarb (που έχει ορμονική δράση) και το methomyl έχουν και αξιόλογη ωοκτόνο δράση κατά της ευδεμίδας υπό ορισμένες συνθήκες. Το carbaryl, όπως και η ομάδα των σταθερών συνθετικών πυρεθροειδών, είναι μεν αποτελεσματικά κατά της ευδεμίδας και λιγότερο επικίνδυνα για τον άνθρωπο, αλλά περιορίζουν πολύ τα ακαρεοφάγα αρθρόποδα, με συνέπεια να ευνοούν πυκνούς πληθυσμούς και ζημιές από φυτοφάγα ακάρεα. Από τα χλωριωμένα εντομοκτόνα χρησιμοποιήθηκαν το endosulfan μόνο του, ή μαζί με θερινό ορυκτέλαιο (oleoendosulfan). Συνήθως δεν χρειάζεται επέμβαση εναντίον των αυγών ή προνυμφών της 1ης (ανθοφάγου) γενεάς, παρά μόνο σε ορισμένες περιοχές όπως της Καβάλας, όπου ο πληθυσμός είναι πολύ πυκνός. Εκεί συνιστάται ένας ψεκασμός με Bacillus thuringiensis (B. t.) όταν ο πληθυσμός φτάσει την πυκνότητα επέμβασης (Μπούμας 1989). Εναντίον αυγών και προνυμφών της 2ης και 3ης (ή και 4ης) γενεάς, δηλαδή αυτών που τρώνε τους καρπούς, γίνονται συνήθως 1-3 ψεκασμοί. Στη χώρα μας, σε πειράματα, επιτεύχθηκε ικανοποιητική προστασία ορισμένων οινοποιήσιμων και επιτραπέζιων ποικιλιών, όταν ο χρόνος επέμβασης ορίστηκε με βάση μόνο τις συλλήψεις αρσενικών σε παγίδες (Μπρούμας και συνεργάτες 1994, 1995, Σαββοπούλου-Σουλτάνη και συνεργάτες 1994). Αντίθετα, στις πλείστες χώρες της Ευρώπης, ο αριθμός των συλλαμβανόμενων σε παγίδες αρσενικών δεν έχει στενή συσχέτιση με το μέγεθος της βλάβης στις ράγες και συνεπώς δεν αποτελεί το κύριο κριτήριο για καθορισμό του χρόνου των εντομοκτόνων επεμβάσεων. Το ίδιο συμπεραίνει και ο Αγγελάκης (1996). Είναι όμως οι συλλήψεις αρσενικών χρήσιμος δείκτης του πότε πρέπει να αρχίσει στους βότρυς η καταμέτρηση αυγών και εκκολάψεων της 2ης και 3ης (ή και 4ης) γενεάς του εντόμου, βάσει του αριθμού των οποίων ορίζονται οι ημερομηνίες ψεκασμού. Για το πότε πρέπει να γίνονται οι εντομοκτόνες επεμβάσεις, τα εντομοκτόνα που χρησιμοποιούνται και λεπτομέρειες στην καταπολέμηση της ευδεμίδας βλέπε Αγγελάκης (1996) και Μπρούμας (1996). Οι υπηρεσίες γεωργικών προειδοποιήσεων παρακολουθούν και την πορεία του ενήλικου πληθυσμού και την ωοτοκία και εκκόλαψη, ώστε να ενημερώνουν έγκαιρα τους αμπελουργούς. Στην κεντρική και νότια Ιταλία, η πυκνότητες επέμβασης είναι για τη 2η γενεά 3-5 % των βοτρύων με αυγά ή προνύμφες. Για την 3η γενεά είναι 3-5% των βοτρύων με αυγά ή προνύμφες. Για την 3η γενεά είναι 3-5 % για οινοποιήσιμες και 2-3 % για επιτραπέζιες ποικιλίες (Moleas1981, Tranfaglia et al. 1981). Κατά τον Μπρούμα (1996), αν χρησιμοποιηθεί fenoxycarb, ο ψεκασμός πρέπει να γίνει 3-5 ημέρες μετά την έναρξη συλλήψεων ενηλίκων σε φερομονικές παγίδες. Αν χρειαστεί, δηλαδή αν συνεχίζεται η ωοτοκία, ο ψεκασμός εναντίων της 2ης γενεάς επαναλαμβάνεται μετά 10-15 ημέρες. Αν χρησιμοποιηθεί B.t. ή συνθετικό εντομοκτόνο επαφής που δεν έχει ωοκτόνο δράση, ο πρώτος ψεκασμός γίνεται αργότερα, 10-12 ημέρες μετά την έναρξη αύξησης των συλλήψεων στις παγίδες, δηλαδή γίνεται κατά την περίοδο εκκόλαψης των προνυμφών. Συνήθως χρειάζεται επανάληψη του ψεκασμού 2-3 εβδομάδες αργότερα, ανάλογα με την υπολειμματική διάρκεια του εντομοκτόνου και τη συνεχιζόμενη ωοτοκία. Αν χρησιμοποιηθεί B.t. μαζί με fenoxycarb λίγο πριν από τις πρώτες εκκολάψεις, συνήθως αρκεί ένας ψεκασμός. Σε περιοχές, συνθήκες και ποικιλίες όπου ευνοείται η φαιά σήψη που προκαλεί ο B. cinerea, το όριο ανεκτής πυκνότητας προσβολής των βοτρύων είναι μικρότερο, συνεπώς μικρότερη και η πυκνότητα επέμβασης. Από το μέγεθος δηλαδή του κινδύνου ζημιάς από φαιά σήψη, εξαρτάται σε ορισμένες περιοχές αν θα γίνουν ένας ή δυο ψεκασμοί εναντίον κάθε καρποφάγου γενεάς της ευδεμίδας. Κατά τους Egger και Borgo (1981), ο απλούστερος και οικονομικότερος τρόπος καθορισμού του χρόνου επέμβασης, για την Ιταλία, είναι να αρχίσουν οι δειγματοληψίες βοτρύων (για διαπίστωση προσβολής) από ορισμένα φαινολογικά στάδια της αμπέλου και όχι βάσει συλλήψεων του εντόμου σε φερομονικές παγίδες. Όταν δε παρακολουθείται ο πληθυσμός του εντόμου, ο 1ος ψεκασμός (αν χρειαστεί) γίνεται όταν τα άνθη είναι ακόμα κλειστά (λίγες ημέρες πριν ανοίξουν), ο 2ος όταν οι ράγες έχουν μέγεθος μπιζελιού και ο 3ος όταν αρχίσει η ωρίμαση, δηλαδή όταν οι ράγες αλλάζουν χρώμα. Κατά άλλη άποψη, ο 2ος ψεκασμός γίνεται κατά το γυάλισμα (περκασμό) των ραγών. Η παρεμπόδιση της σύζευξης, με τοποθέτηση εξατμιστήρων ελκυστικής φερομόνης φύλου, έδωσε ενθαρρυντικά αποτελέσματα με λογικό κόστος σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, όταν η πυκνότητα πληθυσμού του εντόμου δεν ήταν μεγάλη. Τα αποτελέσματα ήταν ενθαρρυντικά και σε τέσσερις περιοχές της χώρας μας (Παλούκης και συνεργάτες 1994, Τσιτσιπής και συνεργάτες 1995, Μπρούμας 1996). Ιδιαίτερα στις περιοχές Ελασσόνας και Αταλάντης όπου η μέθοδος εφαρμόστηκε σε οινοποιήσιμες ποικιλίες για 5 έτη, η παραγωγή προστατεύτηκε εξ ίσου καλά όσο σε αμπελώνες που δέχτηκαν τους συνηθισμένους ψεκασμούς με εντομοκτόνα (Ι. Τσιτσιπής και συνεργάτες, αδημοσίευτα στοιχεία).&lt;/del&gt;&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;+&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;color:black; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #a3d3ff; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;&lt;ins class=&quot;diffchange diffchange-inline&quot;&gt;Οι [[μύκητες|μύκητας]] Botrytis cinerea, που προκαλεί τη φαιά σήψη, είναι συχνό επακόλουθο της προσβολής των βοτρύων από την ευδεμίδα, ιδίως το φθινόπωρο. Δηλαδή, τα τραύματα και οι στοές που δημιουργεί στις ράγες η προνύμφη του εντόμου διευκολύνουν την είσοδο και επέκταση του μύκητα. Επί πλέον, ράγες προσβεβλημένες από τον μύκητα είναι καταλληλότερες ως τροφή των προνυμφών του εντόμου (Savopoulou-Soultani and Tzanakakis 1988), συνεπώς και το έντομο ευνοείται από τον μύκητα. Τα τραύματα σε ράγες από την ευδεμίδα ευνοούν την είσοδο και του μύκητα Botryosphaeria dothidea, γνωστού ως μακρόφωμα και των παθογόνων που προκαλούν την όξινη σήψη (Ρούμπος 1987). Ευνοούν όμως τα τραύματα αυτά και προσβολή από άλλα έντομα, όπως είδη Drosophila. Καταπολέμηση. Γίνεται συνήθως με συνθετικά εντομοκτόνα και λιγότερο συχνά με μικροβιακά. Δοκιμάστηκε επίσης και στη χώρα μας, με ενθαρρυντικά αποτελέσματα, η μέθοδος παρεμπόδισης σύζευξης, αλλά δεν χρησιμοποιείται ακόμα από τους αμπελουργούς. Τα μικροβιακά εντομοκτόνα (σκευάσματα του Bacillus thuringiensis) είναι εκλεκτικά. Δεν βλάπτουν τα εντομοφάγα έντομα και ακαρεοφάγα ακάρεα, ούτε είναι επικίνδυνα για τον άνθρωπο. Όμως, η αποτελεσματικότητά τους κατά των καρποφάγων προνυμφών της ευδεμίδας δεν είναι τόση ώστε να είναι κατάλληλα για προστασία επιτραπέζιων ποικιλιών. Συνεπώς είναι κατάλληλα μόνο για οινοποιήσιμες ποικιλίες. Πρέπει να εφαρμόζονται λίγο πριν από την εκκόλαψη και κατά προτίμηση με σχετικά ζεστό καιρό (Μπρούμας 1996). Από τα εντομοκτόνα που εμποδίζουν την κανονική ανάπτυξη και εξέλιξη των εντόμων, το fenoxycarb έχει και ωοκτόνο δράση κατά της ευδεμίδας, αν εφαρμοστεί λίγο πριν από την ωοτοκία, ή ως 2 ημέρες μετά την ωοτοκία. Για τον λόγο αυτόν χρησιμοποείται σε πολλές περιοχές κατά της ευδεμίδας μόνο του, ή μαζί με μικροβιακό εντομοκτόνο. Ορισμένες άλλες ουσίες-παρεμποδιστές της ανάπτυξης των εντόμων είχαν ικανοποιητική αποτελεσματικότητα σε πειράματα, αλλά δεν έχουν ακόμα άδεια χρησιμοποίησής τους σε αμπελώνες (Μπρούμας 1996). Τα οργανοφωσφορούχα εντομοκτόνα είναι αποτελεσματικά εναντίον ενηλίκων εντόμων και νεαρών προνυμφών, ορισμένα δε και αφού οι προνύμφες μπουν σε μικρό βάθος στις ράγες. Κατά κανόνα, πρέπει να εφαρμόζονται ανάμεσα στις πρώτες και στις τελευταίες εκκολάψεις κάθε καρποφάγου γενεάς, ο δε ακριβής χρόνος ψεκασμού εξαρτάται από τις ιδιότητες του εντομοκτόνου και ορισμένους άλλους παράγοντες (Αγγελάκης 1996). Ανάμεσα στα οργανοφωσφορούχα που έδωσαν καλά αποτελέσματα είναι τα azinphos-methyl, chlorpyrifos, chlorpyrifos-methyl, diazinon, etrimfos, fenitrothion, methidathion, methyl parathion, mevinphos, parathion, phosalone, pyridafenthion, ronnel, tetrachlorvinphos και trichlorfon. Από τα καρβαμιδικά το fenoxycarb (που έχει ορμονική δράση) και το methomyl έχουν και αξιόλογη ωοκτόνο δράση κατά της ευδεμίδας υπό ορισμένες συνθήκες. Το carbaryl, όπως και η ομάδα των σταθερών συνθετικών πυρεθροειδών, είναι μεν αποτελεσματικά κατά της ευδεμίδας και λιγότερο επικίνδυνα για τον άνθρωπο, αλλά περιορίζουν πολύ τα ακαρεοφάγα αρθρόποδα, με συνέπεια να ευνοούν πυκνούς πληθυσμούς και ζημιές από φυτοφάγα ακάρεα. Από τα χλωριωμένα εντομοκτόνα χρησιμοποιήθηκαν το endosulfan μόνο του, ή μαζί με θερινό ορυκτέλαιο (oleoendosulfan). Συνήθως δεν χρειάζεται επέμβαση εναντίον των αυγών ή προνυμφών της 1ης (ανθοφάγου) γενεάς, παρά μόνο σε ορισμένες περιοχές όπως της Καβάλας, όπου ο πληθυσμός είναι πολύ πυκνός. Εκεί συνιστάται ένας ψεκασμός με Bacillus thuringiensis (B. t.) όταν ο πληθυσμός φτάσει την πυκνότητα επέμβασης (Μπούμας 1989). Εναντίον αυγών και προνυμφών της 2ης και 3ης (ή και 4ης) γενεάς, δηλαδή αυτών που τρώνε τους καρπούς, γίνονται συνήθως 1-3 ψεκασμοί. Στη χώρα μας, σε πειράματα, επιτεύχθηκε ικανοποιητική προστασία ορισμένων οινοποιήσιμων και επιτραπέζιων ποικιλιών, όταν ο χρόνος επέμβασης ορίστηκε με βάση μόνο τις συλλήψεις αρσενικών σε παγίδες (Μπρούμας και συνεργάτες 1994, 1995, Σαββοπούλου-Σουλτάνη και συνεργάτες 1994). Αντίθετα, στις πλείστες χώρες της Ευρώπης, ο αριθμός των συλλαμβανόμενων σε παγίδες αρσενικών δεν έχει στενή συσχέτιση με το μέγεθος της βλάβης στις ράγες και συνεπώς δεν αποτελεί το κύριο κριτήριο για καθορισμό του χρόνου των εντομοκτόνων επεμβάσεων. Το ίδιο συμπεραίνει και ο Αγγελάκης (1996). Είναι όμως οι συλλήψεις αρσενικών χρήσιμος δείκτης του πότε πρέπει να αρχίσει στους βότρυς η καταμέτρηση αυγών και εκκολάψεων της 2ης και 3ης (ή και 4ης) γενεάς του εντόμου, βάσει του αριθμού των οποίων ορίζονται οι ημερομηνίες ψεκασμού. Για το πότε πρέπει να γίνονται οι εντομοκτόνες επεμβάσεις, τα εντομοκτόνα που χρησιμοποιούνται και λεπτομέρειες στην καταπολέμηση της ευδεμίδας βλέπε Αγγελάκης (1996) και Μπρούμας (1996). Οι υπηρεσίες γεωργικών προειδοποιήσεων παρακολουθούν και την πορεία του ενήλικου πληθυσμού και την ωοτοκία και εκκόλαψη, ώστε να ενημερώνουν έγκαιρα τους αμπελουργούς. Στην κεντρική και νότια Ιταλία, η πυκνότητες επέμβασης είναι για τη 2η γενεά 3-5 % των βοτρύων με αυγά ή προνύμφες. Για την 3η γενεά είναι 3-5% των βοτρύων με αυγά ή προνύμφες. Για την 3η γενεά είναι 3-5 % για οινοποιήσιμες και 2-3 % για επιτραπέζιες ποικιλίες (Moleas1981, Tranfaglia et al. 1981). Κατά τον Μπρούμα (1996), αν χρησιμοποιηθεί fenoxycarb, ο ψεκασμός πρέπει να γίνει 3-5 ημέρες μετά την έναρξη συλλήψεων ενηλίκων σε φερομονικές παγίδες. Αν χρειαστεί, δηλαδή αν συνεχίζεται η ωοτοκία, ο ψεκασμός εναντίων της 2ης γενεάς επαναλαμβάνεται μετά 10-15 ημέρες. Αν χρησιμοποιηθεί B.t. ή συνθετικό εντομοκτόνο επαφής που δεν έχει ωοκτόνο δράση, ο πρώτος ψεκασμός γίνεται αργότερα, 10-12 ημέρες μετά την έναρξη αύξησης των συλλήψεων στις παγίδες, δηλαδή γίνεται κατά την περίοδο εκκόλαψης των προνυμφών. Συνήθως χρειάζεται επανάληψη του ψεκασμού 2-3 εβδομάδες αργότερα, ανάλογα με την υπολειμματική διάρκεια του εντομοκτόνου και τη συνεχιζόμενη ωοτοκία. Αν χρησιμοποιηθεί B.t. μαζί με fenoxycarb λίγο πριν από τις πρώτες εκκολάψεις, συνήθως αρκεί ένας ψεκασμός. Σε περιοχές, συνθήκες και ποικιλίες όπου ευνοείται η φαιά σήψη που προκαλεί ο B. cinerea, το όριο ανεκτής πυκνότητας προσβολής των βοτρύων είναι μικρότερο, συνεπώς μικρότερη και η πυκνότητα επέμβασης. Από το μέγεθος δηλαδή του κινδύνου ζημιάς από φαιά σήψη, εξαρτάται σε ορισμένες περιοχές αν θα γίνουν ένας ή δυο ψεκασμοί εναντίον κάθε καρποφάγου γενεάς της ευδεμίδας. Κατά τους Egger και Borgo (1981), ο απλούστερος και οικονομικότερος τρόπος καθορισμού του χρόνου επέμβασης, για την Ιταλία, είναι να αρχίσουν οι δειγματοληψίες βοτρύων (για διαπίστωση προσβολής) από ορισμένα φαινολογικά στάδια της αμπέλου και όχι βάσει συλλήψεων του εντόμου σε φερομονικές παγίδες. Όταν δε παρακολουθείται ο πληθυσμός του εντόμου, ο 1ος ψεκασμός (αν χρειαστεί) γίνεται όταν τα άνθη είναι ακόμα κλειστά (λίγες ημέρες πριν ανοίξουν), ο 2ος όταν οι ράγες έχουν μέγεθος μπιζελιού και ο 3ος όταν αρχίσει η ωρίμαση, δηλαδή όταν οι ράγες αλλάζουν χρώμα. Κατά άλλη άποψη, ο 2ος ψεκασμός γίνεται κατά το γυάλισμα (περκασμό) των ραγών. Η παρεμπόδιση της σύζευξης, με τοποθέτηση εξατμιστήρων ελκυστικής φερομόνης φύλου, έδωσε ενθαρρυντικά αποτελέσματα με λογικό κόστος σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, όταν η πυκνότητα πληθυσμού του εντόμου δεν ήταν μεγάλη. Τα αποτελέσματα ήταν ενθαρρυντικά και σε τέσσερις περιοχές της χώρας μας (Παλούκης και συνεργάτες 1994, Τσιτσιπής και συνεργάτες 1995, Μπρούμας 1996). Ιδιαίτερα στις περιοχές Ελασσόνας και Αταλάντης όπου η μέθοδος εφαρμόστηκε σε οινοποιήσιμες ποικιλίες για 5 έτη, η παραγωγή προστατεύτηκε εξ ίσου καλά όσο σε αμπελώνες που δέχτηκαν τους συνηθισμένους ψεκασμούς με εντομοκτόνα (Ι. Τσιτσιπής και συνεργάτες, αδημοσίευτα στοιχεία).&lt;/ins&gt;&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;[[είναι εχθρός της::Αμπέλι| ]]&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;[[είναι εχθρός της::Αμπέλι| ]]&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;/table&gt;</summary>
		<author><name>Th zografos</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://www.gaiapedia.gr/gaiapedia/index.php?title=%CE%95%CF%85%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B1_%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%85&amp;diff=50496&amp;oldid=prev</id>
		<title>Th zografos στις 07:43, 3 Ιουνίου 2016</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.gaiapedia.gr/gaiapedia/index.php?title=%CE%95%CF%85%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B1_%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%85&amp;diff=50496&amp;oldid=prev"/>
				<updated>2016-06-03T07:43:27Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;&lt;/p&gt;
&lt;table class='diff diff-contentalign-left'&gt;
				&lt;col class='diff-marker' /&gt;
				&lt;col class='diff-content' /&gt;
				&lt;col class='diff-marker' /&gt;
				&lt;col class='diff-content' /&gt;
				&lt;tr style='vertical-align: top;'&gt;
				&lt;td colspan='2' style=&quot;background-color: white; color:black; text-align: center;&quot;&gt;&amp;larr;Παλαιότερη αναθεώρηση&lt;/td&gt;
				&lt;td colspan='2' style=&quot;background-color: white; color:black; text-align: center;&quot;&gt;Αναθεώρηση της 07:43, 3 Ιουνίου 2016&lt;/td&gt;
				&lt;/tr&gt;&lt;tr&gt;&lt;td colspan=&quot;2&quot; class=&quot;diff-lineno&quot;&gt;Γραμμή 43:&lt;/td&gt;
&lt;td colspan=&quot;2&quot; class=&quot;diff-lineno&quot;&gt;Γραμμή 43:&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;#Όταν οι ράγες έχουν το μέγεθος μπιζελιού &amp;#160;&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;#Όταν οι ράγες έχουν το μέγεθος μπιζελιού &amp;#160;&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;#Στην αλλαγή χρώματος των ραγών.&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;#Στην αλλαγή χρώματος των ραγών.&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td colspan=&quot;2&quot;&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;+&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;color:black; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #a3d3ff; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;&lt;ins style=&quot;font-weight: bold; text-decoration: none;&quot;&gt;&lt;/ins&gt;&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td colspan=&quot;2&quot;&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;+&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;color:black; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #a3d3ff; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;&lt;ins style=&quot;font-weight: bold; text-decoration: none;&quot;&gt; Ο [[μύκητες|μύκητας]] Botrytis cinerea, που προκαλεί τη φαιά σήψη, είναι συχνό επακόλουθο της προσβολής των βοτρύων από την ευδεμίδα, ιδίως το φθινόπωρο. Δηλαδή, τα τραύματα και οι στοές που δημιουργεί στις ράγες η προνύμφη του εντόμου διευκολύνουν την είσοδο και επέκταση του μύκητα. Επί πλέον, ράγες προσβεβλημένες από τον μύκητα είναι καταλληλότερες ως τροφή των προνυμφών του εντόμου (Savopoulou-Soultani and Tzanakakis 1988), συνεπώς και το έντομο ευνοείται από τον μύκητα. Τα τραύματα σε ράγες από την ευδεμίδα ευνοούν την είσοδο και του μύκητα Botryosphaeria dothidea, γνωστού ως μακρόφωμα και των παθογόνων που προκαλούν την όξινη σήψη (Ρούμπος 1987). Ευνοούν όμως τα τραύματα αυτά και προσβολή από άλλα έντομα, όπως είδη Drosophila. Καταπολέμηση. Γίνεται συνήθως με συνθετικά εντομοκτόνα και λιγότερο συχνά με μικροβιακά. Δοκιμάστηκε επίσης και στη χώρα μας, με ενθαρρυντικά αποτελέσματα, η μέθοδος παρεμπόδισης σύζευξης, αλλά δεν χρησιμοποιείται ακόμα από τους αμπελουργούς. Τα μικροβιακά εντομοκτόνα (σκευάσματα του Bacillus thuringiensis) είναι εκλεκτικά. Δεν βλάπτουν τα εντομοφάγα έντομα και ακαρεοφάγα ακάρεα, ούτε είναι επικίνδυνα για τον άνθρωπο. Όμως, η αποτελεσματικότητά τους κατά των καρποφάγων προνυμφών της ευδεμίδας δεν είναι τόση ώστε να είναι κατάλληλα για προστασία επιτραπέζιων ποικιλιών. Συνεπώς είναι κατάλληλα μόνο για οινοποιήσιμες ποικιλίες. Πρέπει να εφαρμόζονται λίγο πριν από την εκκόλαψη και κατά προτίμηση με σχετικά ζεστό καιρό (Μπρούμας 1996). Από τα εντομοκτόνα που εμποδίζουν την κανονική ανάπτυξη και εξέλιξη των εντόμων, το fenoxycarb έχει και ωοκτόνο δράση κατά της ευδεμίδας, αν εφαρμοστεί λίγο πριν από την ωοτοκία, ή ως 2 ημέρες μετά την ωοτοκία. Για τον λόγο αυτόν χρησιμοποείται σε πολλές περιοχές κατά της ευδεμίδας μόνο του, ή μαζί με μικροβιακό εντομοκτόνο. Ορισμένες άλλες ουσίες-παρεμποδιστές της ανάπτυξης των εντόμων είχαν ικανοποιητική αποτελεσματικότητα σε πειράματα, αλλά δεν έχουν ακόμα άδεια χρησιμοποίησής τους σε αμπελώνες (Μπρούμας 1996). Τα οργανοφωσφορούχα εντομοκτόνα είναι αποτελεσματικά εναντίον ενηλίκων εντόμων και νεαρών προνυμφών, ορισμένα δε και αφού οι προνύμφες μπουν σε μικρό βάθος στις ράγες. Κατά κανόνα, πρέπει να εφαρμόζονται ανάμεσα στις πρώτες και στις τελευταίες εκκολάψεις κάθε καρποφάγου γενεάς, ο δε ακριβής χρόνος ψεκασμού εξαρτάται από τις ιδιότητες του εντομοκτόνου και ορισμένους άλλους παράγοντες (Αγγελάκης 1996). Ανάμεσα στα οργανοφωσφορούχα που έδωσαν καλά αποτελέσματα είναι τα azinphos-methyl, chlorpyrifos, chlorpyrifos-methyl, diazinon, etrimfos, fenitrothion, methidathion, methyl parathion, mevinphos, parathion, phosalone, pyridafenthion, ronnel, tetrachlorvinphos και trichlorfon. Από τα καρβαμιδικά το fenoxycarb (που έχει ορμονική δράση) και το methomyl έχουν και αξιόλογη ωοκτόνο δράση κατά της ευδεμίδας υπό ορισμένες συνθήκες. Το carbaryl, όπως και η ομάδα των σταθερών συνθετικών πυρεθροειδών, είναι μεν αποτελεσματικά κατά της ευδεμίδας και λιγότερο επικίνδυνα για τον άνθρωπο, αλλά περιορίζουν πολύ τα ακαρεοφάγα αρθρόποδα, με συνέπεια να ευνοούν πυκνούς πληθυσμούς και ζημιές από φυτοφάγα ακάρεα. Από τα χλωριωμένα εντομοκτόνα χρησιμοποιήθηκαν το endosulfan μόνο του, ή μαζί με θερινό ορυκτέλαιο (oleoendosulfan). Συνήθως δεν χρειάζεται επέμβαση εναντίον των αυγών ή προνυμφών της 1ης (ανθοφάγου) γενεάς, παρά μόνο σε ορισμένες περιοχές όπως της Καβάλας, όπου ο πληθυσμός είναι πολύ πυκνός. Εκεί συνιστάται ένας ψεκασμός με Bacillus thuringiensis (B. t.) όταν ο πληθυσμός φτάσει την πυκνότητα επέμβασης (Μπούμας 1989). Εναντίον αυγών και προνυμφών της 2ης και 3ης (ή και 4ης) γενεάς, δηλαδή αυτών που τρώνε τους καρπούς, γίνονται συνήθως 1-3 ψεκασμοί. Στη χώρα μας, σε πειράματα, επιτεύχθηκε ικανοποιητική προστασία ορισμένων οινοποιήσιμων και επιτραπέζιων ποικιλιών, όταν ο χρόνος επέμβασης ορίστηκε με βάση μόνο τις συλλήψεις αρσενικών σε παγίδες (Μπρούμας και συνεργάτες 1994, 1995, Σαββοπούλου-Σουλτάνη και συνεργάτες 1994). Αντίθετα, στις πλείστες χώρες της Ευρώπης, ο αριθμός των συλλαμβανόμενων σε παγίδες αρσενικών δεν έχει στενή συσχέτιση με το μέγεθος της βλάβης στις ράγες και συνεπώς δεν αποτελεί το κύριο κριτήριο για καθορισμό του χρόνου των εντομοκτόνων επεμβάσεων. Το ίδιο συμπεραίνει και ο Αγγελάκης (1996). Είναι όμως οι συλλήψεις αρσενικών χρήσιμος δείκτης του πότε πρέπει να αρχίσει στους βότρυς η καταμέτρηση αυγών και εκκολάψεων της 2ης και 3ης (ή και 4ης) γενεάς του εντόμου, βάσει του αριθμού των οποίων ορίζονται οι ημερομηνίες ψεκασμού. Για το πότε πρέπει να γίνονται οι εντομοκτόνες επεμβάσεις, τα εντομοκτόνα που χρησιμοποιούνται και λεπτομέρειες στην καταπολέμηση της ευδεμίδας βλέπε Αγγελάκης (1996) και Μπρούμας (1996). Οι υπηρεσίες γεωργικών προειδοποιήσεων παρακολουθούν και την πορεία του ενήλικου πληθυσμού και την ωοτοκία και εκκόλαψη, ώστε να ενημερώνουν έγκαιρα τους αμπελουργούς. Στην κεντρική και νότια Ιταλία, η πυκνότητες επέμβασης είναι για τη 2η γενεά 3-5 % των βοτρύων με αυγά ή προνύμφες. Για την 3η γενεά είναι 3-5% των βοτρύων με αυγά ή προνύμφες. Για την 3η γενεά είναι 3-5 % για οινοποιήσιμες και 2-3 % για επιτραπέζιες ποικιλίες (Moleas1981, Tranfaglia et al. 1981). Κατά τον Μπρούμα (1996), αν χρησιμοποιηθεί fenoxycarb, ο ψεκασμός πρέπει να γίνει 3-5 ημέρες μετά την έναρξη συλλήψεων ενηλίκων σε φερομονικές παγίδες. Αν χρειαστεί, δηλαδή αν συνεχίζεται η ωοτοκία, ο ψεκασμός εναντίων της 2ης γενεάς επαναλαμβάνεται μετά 10-15 ημέρες. Αν χρησιμοποιηθεί B.t. ή συνθετικό εντομοκτόνο επαφής που δεν έχει ωοκτόνο δράση, ο πρώτος ψεκασμός γίνεται αργότερα, 10-12 ημέρες μετά την έναρξη αύξησης των συλλήψεων στις παγίδες, δηλαδή γίνεται κατά την περίοδο εκκόλαψης των προνυμφών. Συνήθως χρειάζεται επανάληψη του ψεκασμού 2-3 εβδομάδες αργότερα, ανάλογα με την υπολειμματική διάρκεια του εντομοκτόνου και τη συνεχιζόμενη ωοτοκία. Αν χρησιμοποιηθεί B.t. μαζί με fenoxycarb λίγο πριν από τις πρώτες εκκολάψεις, συνήθως αρκεί ένας ψεκασμός. Σε περιοχές, συνθήκες και ποικιλίες όπου ευνοείται η φαιά σήψη που προκαλεί ο B. cinerea, το όριο ανεκτής πυκνότητας προσβολής των βοτρύων είναι μικρότερο, συνεπώς μικρότερη και η πυκνότητα επέμβασης. Από το μέγεθος δηλαδή του κινδύνου ζημιάς από φαιά σήψη, εξαρτάται σε ορισμένες περιοχές αν θα γίνουν ένας ή δυο ψεκασμοί εναντίον κάθε καρποφάγου γενεάς της ευδεμίδας. Κατά τους Egger και Borgo (1981), ο απλούστερος και οικονομικότερος τρόπος καθορισμού του χρόνου επέμβασης, για την Ιταλία, είναι να αρχίσουν οι δειγματοληψίες βοτρύων (για διαπίστωση προσβολής) από ορισμένα φαινολογικά στάδια της αμπέλου και όχι βάσει συλλήψεων του εντόμου σε φερομονικές παγίδες. Όταν δε παρακολουθείται ο πληθυσμός του εντόμου, ο 1ος ψεκασμός (αν χρειαστεί) γίνεται όταν τα άνθη είναι ακόμα κλειστά (λίγες ημέρες πριν ανοίξουν), ο 2ος όταν οι ράγες έχουν μέγεθος μπιζελιού και ο 3ος όταν αρχίσει η ωρίμαση, δηλαδή όταν οι ράγες αλλάζουν χρώμα. Κατά άλλη άποψη, ο 2ος ψεκασμός γίνεται κατά το γυάλισμα (περκασμό) των ραγών. Η παρεμπόδιση της σύζευξης, με τοποθέτηση εξατμιστήρων ελκυστικής φερομόνης φύλου, έδωσε ενθαρρυντικά αποτελέσματα με λογικό κόστος σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, όταν η πυκνότητα πληθυσμού του εντόμου δεν ήταν μεγάλη. Τα αποτελέσματα ήταν ενθαρρυντικά και σε τέσσερις περιοχές της χώρας μας (Παλούκης και συνεργάτες 1994, Τσιτσιπής και συνεργάτες 1995, Μπρούμας 1996). Ιδιαίτερα στις περιοχές Ελασσόνας και Αταλάντης όπου η μέθοδος εφαρμόστηκε σε οινοποιήσιμες ποικιλίες για 5 έτη, η παραγωγή προστατεύτηκε εξ ίσου καλά όσο σε αμπελώνες που δέχτηκαν τους συνηθισμένους ψεκασμούς με εντομοκτόνα (Ι. Τσιτσιπής και συνεργάτες, αδημοσίευτα στοιχεία).&lt;/ins&gt;&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;[[είναι εχθρός της::Αμπέλι| ]]&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;[[είναι εχθρός της::Αμπέλι| ]]&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;/table&gt;</summary>
		<author><name>Th zografos</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://www.gaiapedia.gr/gaiapedia/index.php?title=%CE%95%CF%85%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B1_%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%85&amp;diff=29623&amp;oldid=prev</id>
		<title>K kaponi στις 11:36, 18 Δεκεμβρίου 2013</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.gaiapedia.gr/gaiapedia/index.php?title=%CE%95%CF%85%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B1_%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%85&amp;diff=29623&amp;oldid=prev"/>
				<updated>2013-12-18T11:36:23Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;&lt;/p&gt;
&lt;table class='diff diff-contentalign-left'&gt;
				&lt;col class='diff-marker' /&gt;
				&lt;col class='diff-content' /&gt;
				&lt;col class='diff-marker' /&gt;
				&lt;col class='diff-content' /&gt;
				&lt;tr style='vertical-align: top;'&gt;
				&lt;td colspan='2' style=&quot;background-color: white; color:black; text-align: center;&quot;&gt;&amp;larr;Παλαιότερη αναθεώρηση&lt;/td&gt;
				&lt;td colspan='2' style=&quot;background-color: white; color:black; text-align: center;&quot;&gt;Αναθεώρηση της 11:36, 18 Δεκεμβρίου 2013&lt;/td&gt;
				&lt;/tr&gt;&lt;tr&gt;&lt;td colspan=&quot;2&quot; class=&quot;diff-lineno&quot;&gt;Γραμμή 18:&lt;/td&gt;
&lt;td colspan=&quot;2&quot; class=&quot;diff-lineno&quot;&gt;Γραμμή 18:&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;Η ευδεμίδα διαχειμάζει με την μορφή της νύμφης μέσα σε λευκό βομβύκιο, κάτω από τους ξερούς φλοιούς των πρέμνων, σε άλλα φυσικά καταφύγια ακόμα και μέσα στο έδαφος σε μικρό βάθος. Τον Απρίλιο και τον Μάιο εμφανίζονται τα ενήλικα της γενεάς που διαχείμασε, τα οποία ωοτοκούν πάνω στα κλειστά άνθη και κυρίως στους ποδίσκους και στα βράκτια, όταν οι ταξιανθίες της [[Αμπέλι |αμπέλου]] βρίσκονται σε έκπτυξη ή έχουν εκπτυχθεί αλλά τα άνθη είναι ακόμα κλειστά. Στην περίπτωση που οι ταξιανθίες δεν έχουν εκπτυχθεί ακόμα, η ωοτοκία γίνεται πάνω στα νεαρά φύλλα καιστο φλοιό των νεαρών βλαστών. Η πρώτη γενεά είναι ανθοφάγος αφού η προνύμφη ανοίγοντας μια μικρή οπή εισέρχεται στο κλειστό άνθος και αρχίζει να τρέφεται από τους στήμονες και τον ύπερο. Με τον ίδιο τρόπο προσβάλλει και τα γειτονικά άνθη και τα συνδέει με μετάξινα νήματα. Αφού ολοκληρώσει την ανάπτυξή της νυμφώνεται μέσα σε βομβύκιο, στην προσβεβλημένη ταξιανθία ή κάτω από ξερούς φλοιούς του πρέμνου ή ακόμα και στο έδαφος. Τα ενήλικά της 1ης &amp;#160;&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;Η ευδεμίδα διαχειμάζει με την μορφή της νύμφης μέσα σε λευκό βομβύκιο, κάτω από τους ξερούς φλοιούς των πρέμνων, σε άλλα φυσικά καταφύγια ακόμα και μέσα στο έδαφος σε μικρό βάθος. Τον Απρίλιο και τον Μάιο εμφανίζονται τα ενήλικα της γενεάς που διαχείμασε, τα οποία ωοτοκούν πάνω στα κλειστά άνθη και κυρίως στους ποδίσκους και στα βράκτια, όταν οι ταξιανθίες της [[Αμπέλι |αμπέλου]] βρίσκονται σε έκπτυξη ή έχουν εκπτυχθεί αλλά τα άνθη είναι ακόμα κλειστά. Στην περίπτωση που οι ταξιανθίες δεν έχουν εκπτυχθεί ακόμα, η ωοτοκία γίνεται πάνω στα νεαρά φύλλα καιστο φλοιό των νεαρών βλαστών. Η πρώτη γενεά είναι ανθοφάγος αφού η προνύμφη ανοίγοντας μια μικρή οπή εισέρχεται στο κλειστό άνθος και αρχίζει να τρέφεται από τους στήμονες και τον ύπερο. Με τον ίδιο τρόπο προσβάλλει και τα γειτονικά άνθη και τα συνδέει με μετάξινα νήματα. Αφού ολοκληρώσει την ανάπτυξή της νυμφώνεται μέσα σε βομβύκιο, στην προσβεβλημένη ταξιανθία ή κάτω από ξερούς φλοιούς του πρέμνου ή ακόμα και στο έδαφος. Τα ενήλικά της 1ης &amp;#160;&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;γενεάς ωοτοκούν στις μικρές άγουρες ράγες, στους ποδίσκους ή στους άξονες των βοτρύων. &amp;#160;&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;γενεάς ωοτοκούν στις μικρές άγουρες ράγες, στους ποδίσκους ή στους άξονες των βοτρύων. &amp;#160;&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;−&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;color:black; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #ffe49c; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;Οι προνύμφες της 2ης και της 3ης γενεάς είναι καρποφάγες, αφού εισέρχονται στις άγουρες ράγες από τα σημεία επαφής τους με γειτονικές ράγες, φύλλα και βλαστούς. Συχνά συνδέουν τις ράγες με μετάξινα νήματα και νυμφώνονται μέσα σε αυτές, σε&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;+&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;color:black; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #a3d3ff; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;Οι προνύμφες της 2ης και της 3ης γενεάς είναι καρποφάγες, αφού εισέρχονται στις άγουρες ράγες από τα σημεία επαφής τους με γειτονικές ράγες, &lt;ins class=&quot;diffchange diffchange-inline&quot;&gt;[[Ανατομία-μορφολογία ρίζας, βλαστού και φύλλων αμπέλου |&lt;/ins&gt;φύλλα&lt;ins class=&quot;diffchange diffchange-inline&quot;&gt;]] &lt;/ins&gt;και βλαστούς. Συχνά συνδέουν τις ράγες με μετάξινα νήματα και νυμφώνονται μέσα σε αυτές, σε&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;άλλα καταφύγια ή κάτω από ξερούς φλοιούς. Τα ενήλικα της 2ης γενεάς ωοτοκούν στους βότρυς και οι προνύμφες προσβάλλουν τις ράγες που τότε έχουν το τελικό τους μέγεθος. Όταν συμπληρώσουν την ανάπτυξή τους υφαίνουν το βομβύκιο και διαχειμάζουν σε προφυλαγμένα μέρη.&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;άλλα καταφύγια ή κάτω από ξερούς φλοιούς. Τα ενήλικα της 2ης γενεάς ωοτοκούν στους βότρυς και οι προνύμφες προσβάλλουν τις ράγες που τότε έχουν το τελικό τους μέγεθος. Όταν συμπληρώσουν την ανάπτυξή τους υφαίνουν το βομβύκιο και διαχειμάζουν σε προφυλαγμένα μέρη.&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;/table&gt;</summary>
		<author><name>K kaponi</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://www.gaiapedia.gr/gaiapedia/index.php?title=%CE%95%CF%85%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B1_%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%85&amp;diff=29439&amp;oldid=prev</id>
		<title>K kaponi στις 10:25, 17 Δεκεμβρίου 2013</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.gaiapedia.gr/gaiapedia/index.php?title=%CE%95%CF%85%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B1_%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%85&amp;diff=29439&amp;oldid=prev"/>
				<updated>2013-12-17T10:25:07Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;&lt;/p&gt;
&lt;table class='diff diff-contentalign-left'&gt;
				&lt;col class='diff-marker' /&gt;
				&lt;col class='diff-content' /&gt;
				&lt;col class='diff-marker' /&gt;
				&lt;col class='diff-content' /&gt;
				&lt;tr style='vertical-align: top;'&gt;
				&lt;td colspan='2' style=&quot;background-color: white; color:black; text-align: center;&quot;&gt;&amp;larr;Παλαιότερη αναθεώρηση&lt;/td&gt;
				&lt;td colspan='2' style=&quot;background-color: white; color:black; text-align: center;&quot;&gt;Αναθεώρηση της 10:25, 17 Δεκεμβρίου 2013&lt;/td&gt;
				&lt;/tr&gt;&lt;tr&gt;&lt;td colspan=&quot;2&quot; class=&quot;diff-lineno&quot;&gt;Γραμμή 15:&lt;/td&gt;
&lt;td colspan=&quot;2&quot; class=&quot;diff-lineno&quot;&gt;Γραμμή 15:&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;{{{top_heading|==}}}Βιολογία - συμπτώματα{{{top_heading|==}}}&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;{{{top_heading|==}}}Βιολογία - συμπτώματα{{{top_heading|==}}}&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;−&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;color:black; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #ffe49c; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;Στην &lt;del class=&quot;diffchange diffchange-inline&quot;&gt;[{{#show: Ιστοσελίδα Wikipedia/&lt;/del&gt;Ελλάδα&lt;del class=&quot;diffchange diffchange-inline&quot;&gt;| ?has link}} Ελλάδα]&lt;/del&gt;έχει 3 γενεές αλλά παρατηρείται και 4η γενεά στα νοτιότερα σημεία τηςχώρας. Τέλος Αυγούστου, με αρχές Σεπτεμβρίου εμφανίζονται τα ακμαία της 4ης γενεάς που ωοτοκούν στην όψιμη παραγωγή.&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;+&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;color:black; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #a3d3ff; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;Στην Ελλάδα έχει 3 γενεές αλλά παρατηρείται και 4η γενεά στα νοτιότερα σημεία τηςχώρας. Τέλος Αυγούστου, με αρχές Σεπτεμβρίου εμφανίζονται τα ακμαία της 4ης γενεάς που ωοτοκούν στην όψιμη παραγωγή.&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;Η ευδεμίδα διαχειμάζει με την μορφή της νύμφης μέσα σε λευκό βομβύκιο, κάτω από τους ξερούς φλοιούς των πρέμνων, σε άλλα φυσικά καταφύγια ακόμα και μέσα στο έδαφος σε μικρό βάθος. Τον Απρίλιο και τον Μάιο εμφανίζονται τα ενήλικα της γενεάς που διαχείμασε, τα οποία ωοτοκούν πάνω στα κλειστά άνθη και κυρίως στους ποδίσκους και στα βράκτια, όταν οι ταξιανθίες της [[Αμπέλι |αμπέλου]] βρίσκονται σε έκπτυξη ή έχουν εκπτυχθεί αλλά τα άνθη είναι ακόμα κλειστά. Στην περίπτωση που οι ταξιανθίες δεν έχουν εκπτυχθεί ακόμα, η ωοτοκία γίνεται πάνω στα νεαρά φύλλα καιστο φλοιό των νεαρών βλαστών. Η πρώτη γενεά είναι ανθοφάγος αφού η προνύμφη ανοίγοντας μια μικρή οπή εισέρχεται στο κλειστό άνθος και αρχίζει να τρέφεται από τους στήμονες και τον ύπερο. Με τον ίδιο τρόπο προσβάλλει και τα γειτονικά άνθη και τα συνδέει με μετάξινα νήματα. Αφού ολοκληρώσει την ανάπτυξή της νυμφώνεται μέσα σε βομβύκιο, στην προσβεβλημένη ταξιανθία ή κάτω από ξερούς φλοιούς του πρέμνου ή ακόμα και στο έδαφος. Τα ενήλικά της 1ης &amp;#160;&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;Η ευδεμίδα διαχειμάζει με την μορφή της νύμφης μέσα σε λευκό βομβύκιο, κάτω από τους ξερούς φλοιούς των πρέμνων, σε άλλα φυσικά καταφύγια ακόμα και μέσα στο έδαφος σε μικρό βάθος. Τον Απρίλιο και τον Μάιο εμφανίζονται τα ενήλικα της γενεάς που διαχείμασε, τα οποία ωοτοκούν πάνω στα κλειστά άνθη και κυρίως στους ποδίσκους και στα βράκτια, όταν οι ταξιανθίες της [[Αμπέλι |αμπέλου]] βρίσκονται σε έκπτυξη ή έχουν εκπτυχθεί αλλά τα άνθη είναι ακόμα κλειστά. Στην περίπτωση που οι ταξιανθίες δεν έχουν εκπτυχθεί ακόμα, η ωοτοκία γίνεται πάνω στα νεαρά φύλλα καιστο φλοιό των νεαρών βλαστών. Η πρώτη γενεά είναι ανθοφάγος αφού η προνύμφη ανοίγοντας μια μικρή οπή εισέρχεται στο κλειστό άνθος και αρχίζει να τρέφεται από τους στήμονες και τον ύπερο. Με τον ίδιο τρόπο προσβάλλει και τα γειτονικά άνθη και τα συνδέει με μετάξινα νήματα. Αφού ολοκληρώσει την ανάπτυξή της νυμφώνεται μέσα σε βομβύκιο, στην προσβεβλημένη ταξιανθία ή κάτω από ξερούς φλοιούς του πρέμνου ή ακόμα και στο έδαφος. Τα ενήλικά της 1ης &amp;#160;&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;γενεάς ωοτοκούν στις μικρές άγουρες ράγες, στους ποδίσκους ή στους άξονες των βοτρύων. &amp;#160;&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;γενεάς ωοτοκούν στις μικρές άγουρες ράγες, στους ποδίσκους ή στους άξονες των βοτρύων. &amp;#160;&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;/table&gt;</summary>
		<author><name>K kaponi</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://www.gaiapedia.gr/gaiapedia/index.php?title=%CE%95%CF%85%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B1_%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%85&amp;diff=29438&amp;oldid=prev</id>
		<title>K kaponi στις 10:24, 17 Δεκεμβρίου 2013</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.gaiapedia.gr/gaiapedia/index.php?title=%CE%95%CF%85%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B1_%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%85&amp;diff=29438&amp;oldid=prev"/>
				<updated>2013-12-17T10:24:39Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;&lt;/p&gt;
&lt;table class='diff diff-contentalign-left'&gt;
				&lt;col class='diff-marker' /&gt;
				&lt;col class='diff-content' /&gt;
				&lt;col class='diff-marker' /&gt;
				&lt;col class='diff-content' /&gt;
				&lt;tr style='vertical-align: top;'&gt;
				&lt;td colspan='2' style=&quot;background-color: white; color:black; text-align: center;&quot;&gt;&amp;larr;Παλαιότερη αναθεώρηση&lt;/td&gt;
				&lt;td colspan='2' style=&quot;background-color: white; color:black; text-align: center;&quot;&gt;Αναθεώρηση της 10:24, 17 Δεκεμβρίου 2013&lt;/td&gt;
				&lt;/tr&gt;&lt;tr&gt;&lt;td colspan=&quot;2&quot; class=&quot;diff-lineno&quot;&gt;Γραμμή 11:&lt;/td&gt;
&lt;td colspan=&quot;2&quot; class=&quot;diff-lineno&quot;&gt;Γραμμή 11:&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;{{{top_heading|==}}}Ξενιστές{{{top_heading|==}}}&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;{{{top_heading|==}}}Ξενιστές{{{top_heading|==}}}&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;−&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;color:black; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #ffe49c; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;Η ευδεμίδα προσβάλλει κυρίως την ευρωπαϊκή άμπελο. Σύμφωνα με τον Bovey (1966), η ευδεμίδα είναι ένα πολυφάγο έντομο αφού η προνύμφη μπορεί να αναπτυχθεί σε ορισμένα φυτά άλλων οικογενειών. Όμως, πιθανότατα σε αυτά τα φυτά να μην μπορεί να συμπληρώσει και τις τρεις γενεές που εμφανίζει στην [[Αμπέλι |άμπελο]].&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;+&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;color:black; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #a3d3ff; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;Η &lt;ins class=&quot;diffchange diffchange-inline&quot;&gt;[[Εχθροί αμπέλου |&lt;/ins&gt;ευδεμίδα&lt;ins class=&quot;diffchange diffchange-inline&quot;&gt;]] &lt;/ins&gt;προσβάλλει κυρίως την ευρωπαϊκή άμπελο. Σύμφωνα με τον Bovey (1966), η ευδεμίδα είναι ένα πολυφάγο έντομο αφού η προνύμφη μπορεί να αναπτυχθεί σε ορισμένα φυτά άλλων οικογενειών. Όμως, πιθανότατα σε αυτά τα φυτά να μην μπορεί να συμπληρώσει και τις τρεις γενεές που εμφανίζει στην [[Αμπέλι |άμπελο]].&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;{{{top_heading|==}}}Βιολογία - συμπτώματα{{{top_heading|==}}}&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;{{{top_heading|==}}}Βιολογία - συμπτώματα{{{top_heading|==}}}&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td colspan=&quot;2&quot; class=&quot;diff-lineno&quot;&gt;Γραμμή 30:&lt;/td&gt;
&lt;td colspan=&quot;2&quot; class=&quot;diff-lineno&quot;&gt;Γραμμή 30:&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;Για την επιτυχή καταπολέμηση της ευδεμίδας οι επεμβάσεις θα πρέπει να γίνονται την κατάλληλη χρονική στιγμή. Γι’ αυτό το λόγο χρησιμοποιούνται παγίδες φερομόνης ώστε να προσδιοριστεί η εμφάνιση των ακμαίων στους αμπελώνες. Παράλληλα γίνονται παρατηρήσεις όσον αφορά την εξέλιξη των ανθοταξιών και γίνεται δειγματοληψία ταξιανθιών και σταφυλιών για τον προσδιορισμό του χρόνου&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;Για την επιτυχή καταπολέμηση της ευδεμίδας οι επεμβάσεις θα πρέπει να γίνονται την κατάλληλη χρονική στιγμή. Γι’ αυτό το λόγο χρησιμοποιούνται παγίδες φερομόνης ώστε να προσδιοριστεί η εμφάνιση των ακμαίων στους αμπελώνες. Παράλληλα γίνονται παρατηρήσεις όσον αφορά την εξέλιξη των ανθοταξιών και γίνεται δειγματοληψία ταξιανθιών και σταφυλιών για τον προσδιορισμό του χρόνου&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;εναπόθεσης αυγών και την ανάπτυξη των καρποφάγων γενεών. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά συντάσσονται τα δελτία γεωργικών προειδοποιήσεων βάσει των οποίων γίνεται η καταπολέμηση του εντόμου από τους παραγωγούς.&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;εναπόθεσης αυγών και την ανάπτυξη των καρποφάγων γενεών. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά συντάσσονται τα δελτία γεωργικών προειδοποιήσεων βάσει των οποίων γίνεται η καταπολέμηση του εντόμου από τους παραγωγούς.&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;−&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;color:black; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #ffe49c; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;Η καταπολέμηση του εντόμου γίνεται συνήθως με συνθετικά εντομοκτόνα και λιγότερο με μικροβιακά, τα οποία είναι εκλεκτικά. Τα μικροβιακά (σκευάσματα του Bacillus thuringiensis) δεν είναι επικίνδυνα για τον άνθρωπο και δεν βλάπτουν τα εντομοφάγα έντομα και ακαρεοφάγα ακάρεα. Όμως η αποτελεσματικότητα τους δεν είναι ικανοποιητική για την προστασία των [[Κυριότερες ποικιλίες επιτραπέζιων σταφυλιών που καλλιεργούνται στην Ελλάδα |επιτραπέζιων ποικιλιών]] από τις καρποφάγες προνύμφες. Έτσι, χρησιμοποιούνται περισσότερο στις οινοποιήσιμες ποικιλίες.&amp;#160; &amp;#160;&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;+&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;color:black; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #a3d3ff; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;&amp;#160;&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td colspan=&quot;2&quot;&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;+&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;color:black; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #a3d3ff; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;Η καταπολέμηση του &lt;ins class=&quot;diffchange diffchange-inline&quot;&gt;[[Έντομα |&lt;/ins&gt;εντόμου&lt;ins class=&quot;diffchange diffchange-inline&quot;&gt;]] &lt;/ins&gt;γίνεται συνήθως με συνθετικά εντομοκτόνα και λιγότερο με μικροβιακά, τα οποία είναι εκλεκτικά. Τα μικροβιακά (σκευάσματα του Bacillus thuringiensis) δεν είναι επικίνδυνα για τον άνθρωπο και δεν βλάπτουν τα εντομοφάγα έντομα και ακαρεοφάγα ακάρεα. Όμως η αποτελεσματικότητα τους δεν είναι ικανοποιητική για την προστασία των [[Κυριότερες ποικιλίες επιτραπέζιων σταφυλιών που καλλιεργούνται στην Ελλάδα |επιτραπέζιων ποικιλιών]] από τις καρποφάγες προνύμφες. Έτσι, χρησιμοποιούνται περισσότερο στις οινοποιήσιμες ποικιλίες.&amp;#160; &amp;#160;&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;Ως κατάλληλα εντομοκτόνα αναφέρονται τα: &amp;#160;&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;Ως κατάλληλα εντομοκτόνα αναφέρονται τα: &amp;#160;&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td colspan=&quot;2&quot; class=&quot;diff-lineno&quot;&gt;Γραμμή 47:&lt;/td&gt;
&lt;td colspan=&quot;2&quot; class=&quot;diff-lineno&quot;&gt;Γραμμή 48:&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;[[πόσο αφορά σε γεωργό::30| ]]&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;[[πόσο αφορά σε γεωργό::30| ]]&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;[[πόσο αφορά σε γεωπόνο::30| ]]&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;[[πόσο αφορά σε γεωπόνο::30| ]]&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td colspan=&quot;2&quot;&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;+&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;color:black; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #a3d3ff; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;&lt;ins style=&quot;font-weight: bold; text-decoration: none;&quot;&gt;__NOTOC__&lt;/ins&gt;&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;/table&gt;</summary>
		<author><name>K kaponi</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://www.gaiapedia.gr/gaiapedia/index.php?title=%CE%95%CF%85%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B1_%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%85&amp;diff=15400&amp;oldid=prev</id>
		<title>A papageorgiou: Ο A papageorgiou μετακίνησε τη σελίδα Ευδεμίδα στη Ευδεμίδα αμπέλου χωρίς να αφήσει ανακατεύθυνση</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.gaiapedia.gr/gaiapedia/index.php?title=%CE%95%CF%85%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B1_%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%85&amp;diff=15400&amp;oldid=prev"/>
				<updated>2013-07-25T13:32:09Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Ο A papageorgiou μετακίνησε τη σελίδα &lt;a href=&quot;/gaiapedia/index.php?title=%CE%95%CF%85%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B1&amp;amp;action=edit&amp;amp;redlink=1&quot; class=&quot;new&quot; title=&quot;Ευδεμίδα (η σελίδα δεν υπάρχει)&quot;&gt;Ευδεμίδα&lt;/a&gt; στη &lt;a href=&quot;/gaiapedia/index.php/%CE%95%CF%85%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B1_%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%85&quot; title=&quot;Ευδεμίδα αμπέλου&quot;&gt;Ευδεμίδα αμπέλου&lt;/a&gt; χωρίς να αφήσει ανακατεύθυνση&lt;/p&gt;
&lt;table class='diff diff-contentalign-left'&gt;
				&lt;tr style='vertical-align: top;'&gt;
				&lt;td colspan='1' style=&quot;background-color: white; color:black; text-align: center;&quot;&gt;&amp;larr;Παλαιότερη αναθεώρηση&lt;/td&gt;
				&lt;td colspan='1' style=&quot;background-color: white; color:black; text-align: center;&quot;&gt;Αναθεώρηση της 13:32, 25 Ιουλίου 2013&lt;/td&gt;
				&lt;/tr&gt;&lt;tr&gt;&lt;td colspan='2' style='text-align: center;'&gt;&lt;div class=&quot;mw-diff-empty&quot;&gt;(Καμία διαφορά)&lt;/div&gt;
&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;&lt;/table&gt;</summary>
		<author><name>A papageorgiou</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://www.gaiapedia.gr/gaiapedia/index.php?title=%CE%95%CF%85%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B1_%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%85&amp;diff=14953&amp;oldid=prev</id>
		<title>A papageorgiou στις 08:05, 23 Ιουλίου 2013</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.gaiapedia.gr/gaiapedia/index.php?title=%CE%95%CF%85%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B1_%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%85&amp;diff=14953&amp;oldid=prev"/>
				<updated>2013-07-23T08:05:27Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;&lt;/p&gt;
&lt;table class='diff diff-contentalign-left'&gt;
				&lt;col class='diff-marker' /&gt;
				&lt;col class='diff-content' /&gt;
				&lt;col class='diff-marker' /&gt;
				&lt;col class='diff-content' /&gt;
				&lt;tr style='vertical-align: top;'&gt;
				&lt;td colspan='2' style=&quot;background-color: white; color:black; text-align: center;&quot;&gt;&amp;larr;Παλαιότερη αναθεώρηση&lt;/td&gt;
				&lt;td colspan='2' style=&quot;background-color: white; color:black; text-align: center;&quot;&gt;Αναθεώρηση της 08:05, 23 Ιουλίου 2013&lt;/td&gt;
				&lt;/tr&gt;&lt;tr&gt;&lt;td colspan=&quot;2&quot; class=&quot;diff-lineno&quot;&gt;Γραμμή 44:&lt;/td&gt;
&lt;td colspan=&quot;2&quot; class=&quot;diff-lineno&quot;&gt;Γραμμή 44:&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;[[είναι εχθρός της::Αμπέλι| ]]&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;[[είναι εχθρός της::Αμπέλι| ]]&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;−&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;color:black; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #ffe49c; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;&amp;#160;&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;+&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;color:black; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #a3d3ff; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;&lt;ins class=&quot;diffchange diffchange-inline&quot;&gt;[[είναι προσβολή του εχθρού::Λεπιδόπτερα| ]]&lt;/ins&gt;&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;[[πόσο αφορά σε γεωργό::30| ]]&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;[[πόσο αφορά σε γεωργό::30| ]]&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;[[πόσο αφορά σε γεωπόνο::30| ]]&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;td class='diff-marker'&gt;&amp;#160;&lt;/td&gt;&lt;td style=&quot;background-color: #f9f9f9; color: #333333; font-size: 88%; border-style: solid; border-width: 1px 1px 1px 4px; border-radius: 0.33em; border-color: #e6e6e6; vertical-align: top; white-space: pre-wrap;&quot;&gt;&lt;div&gt;[[πόσο αφορά σε γεωπόνο::30| ]]&lt;/div&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;/table&gt;</summary>
		<author><name>A papageorgiou</name></author>	</entry>

	</feed>